Κοινωνική αποστασιοποίηση, το βασικό εργαλείο ελέγχου της πανδημίας!

Για έκτη συνεχόμενη χρονιά, το Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, διοργανώνει Κύκλο Διαλέξεων για χρόνια και αναδυόμενα θέματα Δημόσιας Υγείας. Οι διαλέξεις απευθύνονται σε επαγγελματίες υγείας αλλά και σε ευρύ κοινό, καθώς προσεγγίζει με απλό, υπεύθυνο και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο καταστάσεις νοσηρότητας που καλείται να αντιμετωπίσει, καθημερινά, το ευρύ κοινό. Ακολουθώντας τις εξελίξεις, δεδομένης και της παγκόσμιας πρόκλησης για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης της νέας νόσου COVID -19, οι φετινές διαλέξεις θα προβάλλονται διαδικτυακά με ελεύθερη, όπως πάντα, συμμετοχή δίνοντας την ευκαιρία σε όλους και από κάθε σημείο της χώρας να τις παρακολουθήσει και να θέσει τα ερωτήματά του απευθείας στους εκάστοτε εξειδικευμένους εισηγητές.

Ο ΣΤ’ Κύκλος Διαλέξεων εγκαινιάστηκε πριν από μια εβδομάδα, την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου, με τη Συζήτηση Στρογγύλης Τράπεζας «Πανδημία COVID-19: Δεύτερο Κύμα» και τη συμμετοχή έμπειρων επιστημόνων οι οποίοι ανέλυσαν το θέμα με επιδημιολογική και θεραπευτική προσέγγιση.

Τη Συζήτηση συντόνισε o Καθηγητής κ. Παναγιώτης Μπεχράκης, Πνευμονολόγος-Εντατικολόγος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, ο οποίος στην εισαγωγή του ανέδειξε την ηχηρή υστέρηση της πρόληψης, σε σχέση με τις αλματώδεις ιατρικές εξελίξεις στους τομείς διάγνωσης και θεραπείας, ως έναν σημαντικό παράγοντα της τρέχουσας διασποράς του νέου κορωνοϊού. Ο κ. Μπεχράκης τόνισε, επίσης, την σημασία της παγκόσμιας συνεργασίας των συστημάτων επαγρύπνησης αλλά και της έκδοσης  σαφών κατευθυντήριων οδηγιών από τους αρμόδιους φορείς για την αποτελεσματική αντιμετώπιση υγιειονομικών κρίσεων.

 

Επιδημιολογία του νέου κορωνοϊού

Με απλό και κατανοητό τρόπο, ο κ. Θοδωρής Λύτρας, Επίκουρος Καθηγητής Δημόσιας Υγείας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, παρουσίασε τα βασικά επιδημιολογικά στοιχεία της πανδημίας, απαντώντας στα πιο συχνά ερωτήματα του κοινού, το οποίο δέχεται καθημερινά και επί σειρά μηνών πληθώρα πληροφοριών. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η περίοδος επώασης της νόσου είναι περίπου 6 ημέρες, με εύρος 2-14 ημέρες, δηλαδή τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν μέχρι και δύο εβδομάδες μετά τη μόλυνση και ότι υπολογίζεται (με αρκετή αβεβαιότητα όπως τονίζει ο κ. Λύτρας) πως στο 35-70% των περιστατικών η μετάδοση γίνεται πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Εκτιμώντας την πραγματική επίπτωση της νόσου COVID-19 στην κοινότητα, ο κ.Λύτρας τόνισε ότι τα εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών μολύνσεων. Από πρόσφατες οροεπιδημιολογικές έρευνες σε διάφορες χώρες, όπως πχ ΗΠΑ και Ισπανία, υπολογίζεται ότι διαγιγνώσκεται περίπου το 1/10 των πραγματικών κρουσμάτων. Καθώς δεν γνωρίζουμε πόσοι εργαστηριακοί έλεγχοι πραγματοποιούνται καθημερινά σε κάθε χώρα και λαμβάνοντας υπόψη την υποανίχνευση των κρουσμάτων, τα εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα δεν θα έπρεπε να αποτελούν μέτρο σύγκρισης μεταξύ των χωρών. Ένας πιο αξιόπιστος δείκτης για την εξάπλωση την πανδημίας θα ήταν ο αριθμός των σοβαρών κρουσμάτων (διασωληνωμένοι, νοσηλεία σε ΜΕΘ) και οι θάνατοι, παρόλο που και στα στοιχεία αυτά υπάρχει ορισμένου βαθμού υποανίχνευση εξαιτίας του πολυπαραγοντικού τους χαρακτήρα.

Χρησιμοποιώντας γενικευμένα στατιστικά στοιχεία με τις τάσεις ανά χρονική περίοδο, ένας αξιόπιστος τρόπος  να προσεγγίσει η επιστήμη το θέμα είναι η «υπερβάλλουσα θνησιμότητα», η οποία υπολογίζεται από το σύνολο των θανάτων, ανεξαρτήτως αιτίας και ακολούθως  συγκρίνεται με την αναμενόμενη θνησιμότητα, βάσει των περασμένων ετών. Με στοιχεία από το δίκτυο EuroMOMO, το 2020 καταγράφονται αιχμές υπερβάλλουσας θνησιμότητας που όμοιές τους δεν έχουν κάνει ξανά την εμφάνιση τους τα τελευταία 15-20 χρόνια και οι οποίες οφείλονται άμεσα ή έμμεσα στον νέο κορωνοϊό. Οι επιστήμονες δεν έχουν καταλήξει ακόμα στο ποσοστό θνητότητας (Infection Fatality Ratio, IFR) της νόσου COVID-19, το οποίο σε μελέτες του Ιουλίου υπολογίζεται σε IFR =0,24%, αλλά είναι ήδη γνωστό ότι υπάρχει τεράστια ηλικιακή κλιμάκωση των θανάτων στις μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά και άλλοι παράγοντες συνοσηρότητας που αυξάνουν την πιθανότητα θνησιμότητας. Συνεπώς, μεγάλοι υγιειονομικοί φορείς όπως το Αμερικανικό Κέντρο Λοιμώξεων (Center for Disease Control & Prevention , CDC) δεν δίνουν ακόμα συνολικό IFR, δεδομένου ότι συσχετίζεται  με την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού, καθώς και με άλλους παράγοντες που σχετίζονται με τα ατομικά προφίλ νοσηρότητας.

Ο κ. Λύτρας έκλεισε την διάλεξή του αναφέροντας με βεβαιότητα ότι η πανδημία θα συνεχίσει να διαδίδεται μέχρι να δημιουργηθεί ανοσία της αγέλης, μία κατάσταση όπου η παρουσία ικανού αριθμού ατόμων που έχουν αναπτύξει ανοσία στον πληθυσμό οδηγεί σε φθίνουσα εξέλιξη της επιδημίας. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε «η ανοσία αγέλης είναι ένας επιδημιολογικός όρος για μία βιολογική κατάσταση και όχι κάποιου είδους στρατηγική» και επιτυγχάνεται είτε με τη χορήγηση εμβολίου, που είναι και το επιθυμητό, είτε με τη φυσική νόσηση του πληθυσμού. «Ακόμα και μικρού βαθμού πληθυσμιακή ανοσία, μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στον έλεγχο της πανδημίας, συνδυαζόμενη οπωσδήποτε και με τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης».

 

Θεραπευτικά πρωτόκολλα

Ο Ομότιμος Καθηγητής Παθολογίας-Λοιμώξεων, ΕΚΠΑ, κ. Γεώργιος Σαρόγλου αναφέρθηκε κυρίως στη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου COVID -19 και στις δυσκολίες της φαρμακολογίας για την αντιμετώπιση λοιμωδών νόσων. Από τη σκοπιά της κλινικής πρακτικής, ο κ. Σαρόγλου ανέφερε ότι η αντιμετώπιση των κρουσμάτων έχει διαβαθμίσεις, με διάφορα στάδια τα οποία πρέπει να διαχειριστεί ο θεράπων ιατρός, εφαρμόζοντας διαγνωστικούς και θεραπευτικούς αλγόριθμους, οι οποίοι και αυτοί αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα. Με βάση τις οδηγίες  για αποφυγή των μη απαραίτητων επισκέψεων των ασθενών στο νοσοκομείο, παρατηρείται παγκοσμίως μία ταχεία ανάπτυξη τηλεϊατρικής τεχνολογίας κατά την περίοδο της πανδημίας, ακόμα και στην Ελλάδα. Αναφερόμενος στην ανακάλυψη και χρήση των εμβολίων, ο κ. Σαρόγλου τόνισε ότι «με τη βοήθεια των εμβολίων, ο άνθρωπος έχει επιζήσει πολλών λοιμωδών νοσημάτων οι οποίες κυριολεκτικά τον αποδεκάτιζαν ». Μίλησε αναλυτικά για τη χρονοβόρα διαδικασία των 3 απαραίτητων σταδίων για την εξέλιξη ενός εμβολίου και επισήμανε ότι «το 90% των υποψήφιων εμβολίων, δεν εξελίσσεται σε τελικό προϊόν». Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 38 εμβόλια σε φάση κλινικής έρευνας σε όλο τον κόσμο και η πανδημία απαιτεί μέσα σε λίγους μήνες να υλοποιηθούν ασφαλείς διαδικασίες που σε άλλες περιπτώσεις θα διαρκούσαν 10-15 χρόνια. Κλείνοντας την εισήγησή του, μετέφερε το θετικό μήνυμα ότι οι πανδημίες, πέρα από τις επιπλοκές, αποτελούν και μία δύναμη αλλαγής κατά την ανάπτυξη του ανθρώπινου είδους. Ο άνθρωπος, ο οποίος φέρει στοιχεία εξελικτικής προσαρμογής, βρίσκει τη δύναμη και τα εργαλεία για να ξεπεράσει τις προκλήσεις και να βελτιωθεί.

 

Εγκυμοσύνη & COVID-19

Ο κύριος Στέφανος Χανδακάς,  Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου N οσοκομείου ΜΗΤΕΡΑ και  Ιδρυτής & Πρόεδρος της HOPEgenesis, στην εισήγηση του με θέμα «Εγκυμοσύνη και COVID-19: Νεότερα Δεδομένα» παρουσίασε σημαντικές και αισιόδοξες πληροφορίες που αφορούν στους προβληματισμούς των μελλοντικών και νέων γονέων κατά την περίοδο της πανδημίας. « Οι γνώσεις μας σχετικά με τη συμπεριφορά του κορωνοϊού κατά την εγκυμοσύνη εμπλουτίζονται συνεχώς. Τα μαιευτικά περιστατικά, παγκοσμίως, που έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικό περιοδικό παραμένουν λίγα για να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα. Σε κανένα, όμως, από αυτά δεν περιγράφεται κάθετη μετάδοση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης». Φαίνεται πως ο μηχανισμός που προσφέρει προστασία στο έμβρυο μέσω του πλακούντα για εν γένει μικροβιακές και ιογενείς λοιμώξεις, λειτουργεί και στην περίπτωση του νέου κορωνοϊού. Όπως ανέφερε ο κ. Χανδακάς, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα μελέτες, δεν έχει ανιχνευθεί ο ιός SARS -Cov-2 στο αμνιακό υγρό ή στο μητρικό γάλα από μητέρες που νόσησαν με COVID -19. Πιθανές λοιμώξεις σε νεογέννητα φαίνεται να προκύπτουν μετά τον τοκετό και λόγω της άμεσης επαφής του μωρού με την μητέρα που νοσεί. Αναφερόμενος στις έγκυες γυναίκες, τόνισε ότι δεν έχει καταγραφεί διαφορά στην πιθανότητα ασυμπτωματικότητας και σοβαρότητας της νόσου, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ούτε παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση σε ποσοστά υψηλότερα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Ο κ.Χανδακάς, σε όλη τη διάρκεια της διάλεξής του, δεν παρέλειπε να τονίζει ότι παρόλο που οι επιπλοκές της εγκυμοσύνης από τη νόσο του νέου κορωνοϊού είναι σπάνιες, οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να τηρούν τα ίδια ενδεδειγμένα προληπτικά μέτρα με την υπόλοιπη κοινότητα, σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες.

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε μαγνητοσκοπημένη ολόκληρη την εκδήλωση στο διαδίκτυο.