Σακχαρώδης Διαβήτης: Μία η νόσος, πολλές οι επιπλοκές!

Τι είναι ο Σακχαρώδης Διαβήτης

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) είναι ένα σοβαρό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα («υπεργλυκαιμία»), με συνυπάρχουσες διαταραχές των λιπών και των πρωτεϊνών του οργανισμού. Μολονότι υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι Σακχαρώδη Διαβήτη, η συντριπτική πλειοψηφία των πασχόντων εντάσσεται κυρίως σε δύο μορφές, στο διαβήτη τύπου-1 και στο διαβήτη τύπου-2.

 

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου-1 (ΣΔ1)

Ο ΣΔ1 είναι νόσημα αυτοάνοσης αρχής που εμφανίζεται πάντοτε αιφνίδια, χωρίς να μπορεί να προληφθεί. Σχετίζεται με ανάπτυξη αντισωμάτων που στρέφονται εναντίον του παγκρέατος, του αδένα δηλαδή εκείνου που παράγει την ινσουλίνη, την ορμόνη η οποία απομακρύνει τη γλυκόζη από την κυκλοφορία του αίματος. Ιογενείς λοιμώξεις που προηγούνται της εκδήλωσης του ΣΔ1 ενοχοποιούνται αιτιολογικά, ενώ για την ανάπτυξη της διαταραχής φαίνεται να συνυπάρχει και μικρού βαθμού κληρονομική προδιάθεση, χωρίς όμως αυτό να είναι απαραίτητο.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι η πλήρης αδυναμία του οργανισμού να παράγει και να εκκρίνει ινσουλίνη, γεγονός που καθιστά την εξωγενή χορήγηση αυτής ως το μοναδικό αποτελεσματικό θεραπευτικό μέτρο για την πάθηση. Για το λόγο αυτό ο ΣΔ1 χαρακτηρίζεται και ως «ινσουλινοεξαρτόμενος», ενώ είναι ακόμη γνωστός και ως «νεανικός» διαβήτης, καθώς εκδηλώνεται κατ’ εξοχήν σε άτομα νεαρής ηλικίας.

 

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου-2 (ΣΔ2)

Ο ΣΔ2 προσβάλει περίπου έναν στους 10 Έλληνες άνω των 40 ετών και οφείλεται:

  • Σε προοδευτικά αναπτυσσόμενη αδυναμία του παγκρέατος να εκκρίνει επαρκή ποσότητα ινσουλίνης.
  • Σε αντίσταση του οργανισμού στη δράση της ινσουλίνης (ινσουλινοαντίσταση), με αποτέλεσμα ακόμη και όταν η ορμόνη παράγεται σε ικανοποιητικές ποσότητες να μην μπορεί να δράσει επαρκώς στους ιστούς.
  • Σε συνδυασμό των παραπάνω, που αποτελεί και τη συνηθέστερα απαντώμενη κατάσταση.

Οι ασθενείς με ΣΔ2 είναι παχύσαρκοι σε ποσοστό άνω του 80% και πολύ συχνά εμφανίζουν κληρονομική προδιάθεση για την ανάπτυξη της νόσου. Δε χρειάζονται από την αρχή θεραπεία με ινσουλίνη, καθώς η σωστή διατροφή, η άσκηση και τα αντιδιαβητικά δισκία μπορούν να ρυθμίζουν επαρκώς τα επίπεδα γλυκόζης για πολλά έτη. Παρόλα αυτά, δεν αποκλείεται μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να παρουσιαστεί τελικά ανάγκη για ινσουλινοθεραπεία.

Πρόληψη της ανάπτυξης Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου-2 (ΣΔ2)

Σε γενικές γραμμές, η εκδήλωση ΣΔ2 μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά ή και να αποτραπεί, με την έγκαιρη εφαρμογή κατάλληλων μέτρων στα προδιατεθημένα άτομα, όπως απεικονίζεται και στον παρακάτω πίνακα:

Καταστάσεις που προδιαθέτουν σε ανάπτυξη Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου-2:
  1. Παχυσαρκία
  2. Οικογενειακό ιστορικό Σακχαρώδη Διαβήτη
  3. Γλυκόζη νηστείας το πρωί πάνω από 100 mg/dl ή/και παθολογική καμπύλη γλυκόζης
  4. Ιστορικό διαβήτη κύησης
  5. Καθιστικός τρόπος ζωής
  6. Αρτηριακή υπέρταση, υψηλή χοληστερίνη, υψηλά τριγλυκερίδια, στεφανιαία νόσος
  7. Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
  8. Ψυχιατρικά νοσήματα

 

Προληπτικά μέτρα για την αποφυγή ανάπτυξης Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου-2 σε άτομα με προδιάθεση για τη νόσο:
  1. Μείωση βάρους σώματος, εφόσον είναι αυξημένο.
  2. Μέτριας έντασης άσκηση για τουλάχιστον 30 λεπτά ημερησίως, 5 φορές/εβδομάδα.
  3. Κατάρτιση κατάλληλου διαιτολογίου από ειδικό ιατρό (5-6 γεύματα ημερησίως, προϊόντα
    ολικής αλέσεως, σαλάτες, φρούτα, αποφυγή ζάχαρης και υπερβολικού λίπους.)
  4. Εκπαίδευση του ασθενούς για να υιοθετηθούν σωστά οι ως άνω συστάσεις.

 

Οι χρόνιες επιπλοκές του Σακχαρώδη Διαβήτη

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης είναι ένα νόσημα που επηρεάζει δυσμενώς σε βάθος χρόνου τη λειτουργία όλων σχεδόν των οργάνων του ανθρωπίνου σώματος. Έτσι, το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους διαβητικούς ασθενείς αποτελούν οι μακροχρόνιες επιπλοκές που συνοδεύουν τη νόσο. Οι συνηθέστερες από αυτές είναι:

  1. Η μακροαγγειοπάθεια. Αφορά σε σοβαρές βλάβες από την καρδιά και τα αγγεία που οδηγούν σε υπέρταση, στενώσεις αρτηριών, στεφανιαία νόσο, εγκεφαλικά επεισόδια και στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες.
  2. Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Προκαλεί σοβαρή επιδείνωση της όρασης κυρίως από βλάβες των αγγείων του οφθαλμού. Αποτελεί δε τη συχνότερη αιτία τύφλωσης στο Δυτικό κόσμο.
  3. Η διαβητική νεφροπάθεια, που μπορεί να καταλήξει σε νεφρική ανεπάρκεια.
  4. Η διαβητική νευροπάθεια. Εκδηλώνεται με αισθητικές διαταραχές, μυϊκή ατροφία, δυσχέρεια βάδισης, τραυματισμούς με ανάπτυξη πληγών και έντονο άλγος στα κάτω κυρίως άκρα. Ευθύνεται επίσης για εμφάνιση ταχυκαρδίας, ορθοστατικής υπότασης, ακράτειας ούρων, δυσπεψίας, ναυτίας, διάρροιας ή/και δυσκοιλιότητας.
  5. Το Διαβητικό πόδι. Με τον όρο αυτό αναφερόμαστε στις αλλοιώσεις που παρατηρούνται στους διαβητικούς από τα γόνατα και κάτω και σχετίζονται με πόνο, διαταραχές αισθητικότητας, ξηρότητα δέρματος, ανάπτυξη κάλων, πληγών και ελκών, που συχνά επιπλέκονται με σοβαρές τοπικές λοιμώξεις και οδηγούν μέχρι και σε ανάπτυξη γάγγραινας με ακρωτηριασμό δακτύλων.
  6. Ευπάθεια στις λοιμώξεις, μυοπάθεια, οστεοπόρωση, αρθροπάθειες και ηπατικές βλάβες αποτελούν επιπλέον καταστάσεις που σχετίζονται συχνά με Σακχαρώδη Διαβήτη.

 

Πρόληψη χρόνιων επιπλοκών και Παρακολούθηση

Τονίζεται ότι στις μέρες μας, σχεδόν όλες οι προαναφερθείσες επιπλοκές μπορούν να αποφευχθούν ή έστω να ελεγχθούν σε σημαντικό βαθμό. Μοναδικές προϋποθέσεις αποτελούν ο τακτικός ιατρικός έλεγχος και η συμμόρφωση των ασθενών στις οδηγίες των θεραπόντων. Ο επιτυχής έλεγχος των επιπέδων σακχάρου και λιπιδίων στο αίμα, η υιοθέτηση κατάλληλων διατροφολογικών συνηθειών, η τακτική άσκηση, η απώλεια βάρους, η αντιμετώπιση της υπέρτασης και ο περιορισμός του καπνίσματος, αποτελούν τα θεμέλια της αποτελεσματικής αντιμετώπισης της νόσου.

Επιπρόσθετα, συστήνονται:
  1. Έλεγχος με γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη κάθε 3-4 μήνες.
  2. Πληρέστερος βιοχημικός έλεγχος αίματος/ούρων κάθε 6 μήνες.
  3. Οφθαλμολογική και νεφρολογική εκτίμηση ετησίως.
  4. Καρδιολογικός και αγγειολογικός έλεγχος με υπέρηχο (triplex) κάθε 1-3 έτη.
  5. Προσεκτική περιποίηση και έλεγχος των πελμάτων.
  6. Τακτική κλινική εξέταση από το θεράποντα ιατρό.

Με την πιστή τήρηση των ως άνω οδηγιών, εξασφαλίζονται πρακτικά σε κάθε διαβητικό ασθενή η καλή ποιότητα ζωής, η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, αλλά και ο σημαντικός περιορισμός των δυσάρεστων επιπλοκών της νόσου.

Authors

Δημήτριος Η. Στεφανόπουλος  MD, MSc, PhD

Ο Δημήτριος Στεφανόπουλος είναι Ενδοκρινολόγος-Διαβητολόγος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, Master: «Οστεοπόρωση / Μεταβολικά Νοσήματα Οστών», τ. Επιστημονικός Συνεργάτης Ιατρικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών

  • Αναζητείστε τις αναφορές του στο facebook και ενημερωθείτε από τη σελίδα του στο web
  • Επικοινωνείστε μαζί του στο mail: dsteph@endo.gr ή τηλεφωνικώς στο 22940.50.727

 

https://octenisept.gr/proionta/octenisan-wash-lotion/

 

 

 

 

 

https://www.helenvita.com/anti-wrinkle