Μελέτη αποτυπώνει την οικονομική ασφυξία της κατ’ οίκον αναπνευστικής φροντίδας

Την οριακή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο κλάδος της κατ’ οίκον αναπνευστικής φροντίδας αποτυπώνει πρόσφατη μελέτη της ICAP CRIF για λογαριασμό του Συλλόγου Εταιρειών Παροχής Αναπνευστικών Υπηρεσιών (ΣΕΠΑΥ). Τα στοιχεία της μελέτης, που παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2026, δείχνουν ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί χρηματοδότησης και οι υποχρεωτικές επιστροφές επιβαρύνουν σε τέτοιο βαθμό τις επιχειρήσεις, ώστε η βιωσιμότητα του τομέα να τίθεται πλέον σε σοβαρή δοκιμασία.

Το ζήτημα που αναδεικνύει η μελέτη δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά. Ο ΣΕΠΑΥ είχε ήδη επισημάνει από τα τέλη του 2025 ότι η ανακατανομή των ορίων δαπανών του ΕΟΠΥΥ επηρέασε δυσανάλογα τις αναπνευστικές υπηρεσίες, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση της επιβάρυνσης από Clawback.

Ειδικότερα, ο Σύλλογος είχε επισημάνει ότι τον Νοέμβριο του 2025 πραγματοποιήθηκε μεταφορά πόρων ύψους 77 εκατ. ευρώ σε επιμέρους κατηγορίες παροχών, εκ των οποίων μόνο περιορισμένος αριθμός έλαβε ουσιαστική ενίσχυση ώστε να μειωθεί ή να μηδενιστεί το Clawback. Αντίθετα, ο τομέας των αναπνευστικών υπηρεσιών έλαβε μόλις 1,5 εκατ. ευρώ, χωρίς ουσιαστική επίδραση στην επιβάρυνση των εταιρειών.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για έναν κλάδο που λειτουργεί με συνεχή επένδυση σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και με καθυστερημένη αποζημίωση των υπηρεσιών του. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, η αύξηση των υποχρεωτικών επιστροφών δεν περιορίζει μόνο τα έσοδα, αλλά επηρεάζει άμεσα τη ρευστότητακαι τη δυνατότητα διατήρησης του απαιτούμενου εξοπλισμού για την εξυπηρέτηση των ασθενών.

Ως αποτέλεσμα, ο κλάδος εμφανίζεται πλέον με το υψηλότερο ποσοστό επιστροφών, σε επίπεδα που υπερβαίνουν σημαντικά τον μέσο όρο των υπόλοιπων κατηγοριών. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΕΠΑΥ είχε ήδη προειδοποιήσει ότι η επιβάρυνση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει τη δυνατότητα διατήρησης κρίσιμων υπηρεσιών κατ’ οίκον φροντίδας.

 

Η μελέτη της ICAP CRIF

Η μελέτη της ICAP CRIF επιχειρεί να αποτυπώσει με συστηματικό τρόπο τη λειτουργία του κλάδου και τη συνολική του επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα. Η ανάλυση βασίζεται σε συνδυασμό μακροοικονομικών και χρηματοοικονομικών δεδομένων, αξιοποιώντας το μοντέλο εισροών-εκροών της ΕΛΣΤΑΤ και στοιχεία από δείγμα επιχειρήσεων του τομέα.

Συγκεκριμένα, εξετάστηκαν τα οικονομικά στοιχεία 62 επιχειρήσεων, τα οποία προβλήθηκαν στο σύνολο των 233 εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο, επιτρέποντας την αποτύπωση των συνθηκών λειτουργίας και βιωσιμότητας σε επίπεδο αγοράς.

 

Η συμβολή του κλάδου στην οικονομία

Σύμφωνα με τη μελέτη, η δραστηριότητα των παρόχων κατ’ οίκον αναπνευστικών υπηρεσιών εμφανίζει σημαντική επίδραση στο σύνολο της οικονομίας. Η συνολική συνεισφορά του κλάδου στον κύκλο εργασιών όλων των τομέων εκτιμάται στα 160,3 εκατ. ευρώ για το 2025, ενώ για κάθε 1 ευρώ που δαπανάται στον κλάδο δημιουργούνται 3,05 ευρώ συνολικών πωλήσεων στην οικονομία.

Παράλληλα, η συνολική συμβολή στο ΑΕΠ υπολογίζεται στα 80,2 εκατ. ευρώ, με πολλαπλασιαστή 1,93, γεγονός που αναδεικνύει την ευρύτερη επίδραση του τομέα πέραν της άμεσης δραστηριότητάς του.

 

Ασφυκτική πίεση ρευστότητας

Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης, παρά τη συνεισφορά του στην οικονομία, ο κλάδος αντιμετωπίζει ισχυρές πιέσεις ρευστότητας. Ο συνδυασμός των υποχρεωτικών επιστροφών και της καθυστέρησης στην επιστροφή του αναλογούντος ΦΠΑ δημιουργεί ένα μόνιμο μηνιαίο ταμειακό έλλειμμα, το οποίο εκτιμάται σε περίπου 422 χιλιάδες ευρώ για το σύνολο του τομέα.

Παράλληλα, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται σε συνεχείς επενδύσεις για την αντικατάσταση ιατροτεχνολογικών συσκευών, όπως συμπυκνωτές οξυγόνου, συσκευές CPAP/BiPAP και αναπνευστήρες. Οι ετήσιες επενδυτικές δαπάνες για την ανανέωση του εξοπλισμού εκτιμώνται σε 6,4 εκατ. ευρώ, ενώ η πρόωρη απόσυρση λειτουργικών συσκευών βάσει του ισχύοντος πλαισίου εντείνει τις ανάγκες χρηματοδότησης.

Στο περιβάλλον αυτό, η έλλειψη κεφαλαίων κίνησης οδηγεί σε αυξημένη εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση, επιβαρύνοντας περαιτέρω το χρηματοοικονομικό κόστος των επιχειρήσεων.

 

Χρειάζεται δραστική αποκλιμάκωση του Clawback

Η μελέτη καταγράφει την επίδραση των μηχανισμών υποχρεωτικών επιστροφών στη λειτουργική ισορροπία των επιχειρήσεων του κλάδου. Μέσω της ανάλυσης του «νεκρού σημείου» (break-even point), καταδεικνύεται ότι η εφαρμογή των Clawback και Rebate μεταβάλλει σημαντικά το επίπεδο τζίρου που απαιτείται για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών.

Συγκεκριμένα, το νεκρό σημείο εκτιμάται στο 61,5% του κύκλου εργασιών, έναντι 29,1% που θα ίσχυε χωρίς την εφαρμογή των μηχανισμών επιστροφής. Σύμφωνα με τη μελέτη, για να μηδενιστεί το υφιστάμενο ταμειακό έλλειμμα, το επίπεδο του Clawback θα έπρεπε να περιοριστεί από περίπου 40% σε επίπεδα κοντά στο 33%.

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η μελέτη προτείνει την αύξηση του κλειστού προϋπολογισμού, ώστε το Clawback να αποκλιμακωθεί στο 19,24% έως το 2030 και να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση των περισσότερων από 100.000 ασθενών που λαμβάνουν κατ’ οίκον αναπνευστική υποστήριξη.

 

Ο ρόλος του κλάδου στη βιωσιμότητα του ΕΣΥ

Η μελέτη εξετάζει τη σχέση κόστους μεταξύ της κατ’ οίκον παροχής αναπνευστικών υπηρεσιών και της νοσηλείας στο νοσοκομειακό περιβάλλον, αναδεικνύοντας τη σημαντική διαφορά επιβάρυνσης για το σύστημα υγείας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το ημερήσιο κόστος παροχής υπηρεσιών στο σπίτι ανέρχεται σε 1,54 ευρώ ανά ασθενή, ενώ το αντίστοιχο κόστος νοσηλείας στο ΕΣΥ, βάσει των Κλειστών Ενοποιημένων Νοσηλίων, εκτιμάται σε περίπου 223 ευρώ.

Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, περισσότεροι από 51.000 ασθενείς που εξέρχονται από τα νοσοκομεία χρειάζονται υποστηρικτικές αναπνευστικές υπηρεσίες στο σπίτι. Εάν οι ασθενείς αυτοί παρέμεναν έστω για μία ημέρα στο νοσοκομειακό περιβάλλον, το συνολικό ημερήσιο κόστος για το σύστημα θα μπορούσε να ανέλθει σε περίπου 12,7 εκατ. ευρώ.

Η σύγκριση αυτή υπογραμμίζει το σημαντικό δημοσιονομικό όφελος που προκύπτει από τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών στο σπίτι, καθώς περιορίζει τον χρόνο παραμονής των ασθενών σε νοσοκομειακές δομές υψηλότερου κόστους. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη επισημαίνει ότι η αύξηση του κλειστού προϋπολογισμού των παρόχων θα μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση και περαιτέρω αξιοποίηση του μοντέλου κατ’ οίκον φροντίδας, μειώνοντας τις ανάγκες νοσηλείας και εξοικονομώντας πόρους για το ΕΣΥ.

 

Το Clawback επηρεάζει αρνητικά τα δημόσια έσοδα

Η μελέτη αναδεικνύει μια αντίφαση στη λειτουργία των μηχανισμών υποχρεωτικών επιστροφών. Παρότι το Clawback αποσκοπεί στον περιορισμό της δημόσιας δαπάνης, η εφαρμογή του φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τη συνολική δημοσιονομική απόδοση του κλάδου.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, σε περιβάλλον χωρίς Clawback τα συνολικά δημόσια έσοδα από φόρους, ΦΠΑ και ασφαλιστικές εισφορές θα μπορούσαν να διαμορφωθούν σε περίπου 67,1 εκατ. ευρώ, έναντι 46,2 εκατ. ευρώ που εκτιμάται ότι αποδίδονται υπό το ισχύον καθεστώς επιστροφών.

Η διαφορά αυτή αποδίδεται στη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων, καθώς η επιστροφή μέρους των εσόδων περιορίζει τη δυνατότητα επένδυσης και λειτουργικής ανάπτυξης. Ως αποτέλεσμα, η μελέτη υποδεικνύει ότι ένα περιβάλλον με χαμηλότερη επιβάρυνση από υποχρεωτικές επιστροφές θα μπορούσε να ενισχύσει τη φορολογική και ασφαλιστική συνεισφορά του κλάδου προς το Δημόσιο.

 

Τα ευρήματα της μελέτης στο τραπέζι του θεσμικού διαλόγου

Συνολικά, η μελέτη της ICAP CRIF καταδεικνύει ότι ο κλάδος των παρόχων κατ’ οίκον αναπνευστικών υπηρεσιών λειτουργεί υπό συνθήκες αυξημένης οικονομικής πίεσης, οι οποίες επηρεάζουν τη δυνατότητα διατήρησης της λειτουργικής του ισορροπίας. Οι μηχανισμοί χρηματοδότησης, σε συνδυασμό με τις επενδυτικές απαιτήσεις και τις υποχρεωτικές επιστροφές, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον περιορισμένης ρευστότητας για τις επιχειρήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη επισημαίνει ότι η προσαρμογή του διαθέσιμου προϋπολογισμού και η σταδιακή αποκλιμάκωση της επιβάρυνσης από τις επιστροφές θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διατήρηση της βιωσιμότητας του κλάδου και στη συνέχιση της παροχής υπηρεσιών προς τους ασθενείς που εξυπηρετούνται στο σπίτι.

Το τελευταίο διάστημα, και ιδιαίτερα μετά την ανακατανομή των ορίων δαπανών που επιβάρυνε δυσανάλογα τον κλάδο των αναπνευστικών υπηρεσιών, ο ΣΕΠΑΥ βρίσκεται σε συζητήσεις με τη Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ και την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας σχετικά με τις συνθήκες λειτουργίας του τομέα. Όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος του του Συλλόγου Εταιρειών Παροχής Αναπνευστικών Υπηρεσιών, κ. Φανής Χασάπης, η μελέτη της ICAP CRIF αποτελεί τη βάση αυτού του διαλόγου, καθώς αποτυπώνει με ποσοτικά στοιχεία τις οικονομικές παραμέτρους του κλάδου και συμβάλλει στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων προσεγγίσεων για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων προκλήσεων.