Οι πνευμονολόγοι επισημαίνουν τον κρίσιμο ρόλο της έγκαιρης διάγνωσης στον καρκίνο του πνεύμονα
Ο καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες θανάτου από κακοήθεια, κυρίως επειδή διαγιγνώσκεται σε προχωρημένα στάδια. Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στις διαγνωστικές μεθόδους και στις θεραπευτικές επιλογές, περίπου το 80% των ασθενών δεν διαγιγνώσκονται έγκαιρα, όταν οι δυνατότητες θεραπείας είναι περισσότερες και η πρόγνωση σαφώς καλύτερη. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το μεγάλο στοίχημα της έγκαιρης διάγνωσης, που μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την έκβαση της νόσου.
Το κρίσιμο αυτό θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο της ημερίδας που διοργάνωσε η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία στην Κρήτη, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου, σε συνεργασία με την Πνευμονολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου και τον Δήμο Ηρακλείου.
Νεότερες ενδοσκοπικές τεχνικές
Τον καθοριστικό ρόλο του Πνευμονολόγου στη διαχείριση του καρκίνου του πνεύμονα και, κυρίως, στη δυνατότητα πρώιμης διάγνωσης ανέδειξε ο Στέλιος Λουκίδης, Καθηγητής Πνευμονολογίας στο ΕΚΠΑ και Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας. Όπως επισήμανε, οι νεότερες ενδοσκοπικές τεχνικές επιτρέπουν σήμερα ακριβέστερη σταδιοποίηση της νόσου και αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις, χωρίς ωστόσο να αναιρούν το βασικό πρόβλημα της καθυστερημένης διάγνωσης.
Σύμφωνα με τον κ. Λουκίδη, παρά τις εξελίξεις στη διάγνωση και τη θεραπεία, το γεγονός ότι η πλειονότητα των ασθενών φτάνει στο σύστημα υγείας σε προχωρημένο στάδιο εξακολουθεί να περιορίζει τις θεραπευτικές δυνατότητες. Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος με αξονική τομογραφία θώρακος χαμηλής δόσης σε καπνιστές και πρώην καπνιστές με αυξημένη έκθεση στον καπνό αποτελεί εργαλείο με τεκμηριωμένο όφελος τόσο στην επιβίωση όσο και στη σχέση κόστους–αποτελεσματικότητας για το σύστημα υγείας.
Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας υπογράμμισε, τέλος, την ανάγκη πιλοτικής εφαρμογής οργανωμένου προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου, με σαφή κριτήρια ένταξης και γεωγραφική κατανομή, σε συνδυασμό με δράσεις πρωτογενούς πρόληψης.
Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη
Στους δύο βασικούς πυλώνες της πρόληψης του καρκίνου του πνεύμονα αναφέρθηκε η Σοφία Σχίζα, Καθηγήτρια Πνευμονολογίας και Διαταραχών Ύπνου και Διευθύντρια της Πνευμονολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου. Όπως εξήγησε, η πρωτογενής πρόληψη αφορά κυρίως τη διακοπή του καπνίσματος, αλλά και την έκθεση σε επαγγελματικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, ενώ η δευτερογενής πρόληψη περιλαμβάνει τον προσυμπτωματικό έλεγχο με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης σε ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως οι καπνιστές άνω των 50 ετών.
Η κ. Σχίζα υπογράμμισε ότι η πρόληψη συνδέεται άμεσα με τη μείωση της θνητότητας, καθώς επιτρέπει την ανίχνευση της νόσου σε πρώιμα στάδια, όταν οι θεραπευτικές επιλογές είναι περισσότερες και μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε ίαση. Αναφερόμενη στην εμπειρία της Κρήτης, επισήμανε τον ρόλο των νοσοκομείων, των ιδιωτών πνευμονολόγων και ογκολόγων, αλλά και των γενικών ιατρών στη διαδρομή της έγκαιρης διάγνωσης και της θεραπείας, με τη συμβολή της Ιατρικής Σχολής, του Πανεπιστημίου και των συλλόγων ασθενών.
Η σύγχρονη ιατρική προσέγγιση
Τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης ως καθοριστικού παράγοντα για την έκβαση της νόσου υπογράμμισε ο Ελευθέριος Ζέρβας, Πνευμονολόγος–Φυματιολόγος και Συντονιστής Διευθυντής της 7ης Πνευμονολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Νοσημάτων Θώρακος «Η Σωτηρία». Όπως επισήμανε, «η ενημέρωση, η πρόληψη και η έγκαιρη παρέμβαση αποτελούν τα ισχυρότερα “όπλα” στη μάχη κατά του καρκίνου του πνεύμονα».
Ο κ. Ζέρβας τόνισε ότι ο προληπτικός έλεγχος με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης σε άτομα υψηλού κινδύνου μπορεί να οδηγήσει στη διάγνωση της νόσου σε αρχικά, θεραπεύσιμα στάδια και αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον μονήρη πνευμονικό όζο, ένα συχνό ακτινολογικό εύρημα που προκαλεί ανησυχία στους ασθενείς. Όπως εξήγησε, η σύγχρονη ιατρική προσέγγιση επιτρέπει την ορθολογική εκτίμηση κάθε περιστατικού και βοηθά να αποσαφηνιστεί πότε απαιτείται άμεση διερεύνηση και πότε αρκεί η συστηματική παρακολούθηση, ώστε να αποφεύγονται άσκοπες επεμβάσεις και καθυστερήσεις στη διάγνωση.
Κάπνισμα και ατμοσφαιρική ρύπανση
Στον καθοριστικό ρόλο του καπνίσματος ως ισχυρότερου προδιαθεσικού παράγοντα για την εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα αναφέρθηκε ο Δημήτρης Μαυρουδής, Καθηγητής Παθολογικής Ογκολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και Διευθυντής της Παθολογικής Ογκολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου. Όπως τόνισε, η αποφυγή του ενεργητικού και παθητικού καπνίσματος μειώνει δραστικά την πιθανότητα νόσησης και αποτελεί την πλέον αποτελεσματική μορφή πρωτογενούς πρόληψης.
Ο κ. Μαυρουδής στάθηκε, παράλληλα, στην ατμοσφαιρική ρύπανση, έναν συχνά υποτιμημένο παράγοντα κινδύνου, που μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση καρκίνου του πνεύμονα ακόμη και σε μη καπνιστές. Όπως επισήμανε, η μείωση των εκπομπών ρύπων, η χρήση καθαρών μορφών ενέργειας και η ενίσχυση του αστικού πρασίνου αποτελούν βασικές παρεμβάσεις προστασίας της δημόσιας υγείας, ενώ η έγκαιρη διάγνωση, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές, έχει βελτιώσει σημαντικά την πρόγνωση της νόσου.
Ανάγκη για οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου
Η ημερίδα της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας στην Κρήτη, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου, έφερε στο προσκήνιο το διαχρονικό πρόβλημα της καθυστερημένης διάγνωσης στον καρκίνο του πνεύμονα. Οι παρεμβάσεις των ομιλητών κατέδειξαν πως η μετάβαση από τη γενική πρόληψη σε οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου, ιδίως σε ομάδες υψηλού κινδύνου, μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την έκβαση της νόσου. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η Πολιτεία καλείται να προχωρήσει στη θεσμική εφαρμογή αντίστοιχων προγραμμάτων, ώστε το όφελος της έγκαιρης διάγνωσης να αποκτήσει σταθερό χαρακτήρα πολιτικής δημόσιας υγείας.









































