ΣΦΕΕ: Πώς μπορεί να ισορροπήσει το σύστημα φαρμάκου στην Ελλάδα
Οι πιέσεις στη φαρμακευτική δαπάνη, οι αυξανόμενες υποχρεωτικές επιστροφές και τα ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα του συστήματος να διασφαλίζει έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες συνθέτουν σήμερα ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πλαίσιο για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα. Η μελέτη «Κοιτώντας μπροστά: Ένας οδικός χάρτης για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα», που εκπονήθηκε από τη Deloitte για λογαριασμό του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος, αποτυπώνει με δεδομένα τα αδιέξοδα του σημερινού μοντέλου και χαρτογραφεί τις επιλογές που διαμορφώνονται για τα επόμενα χρόνια. Τα βασικά ευρήματα και συμπεράσματα της μελέτης παρουσίασε ο Γιώργος Κουρέπης, Director στην ομάδα Strategy της Deloitte, αναδεικνύοντας την ανάγκη για έναν συνεκτικό οδικό χάρτη μεταρρυθμίσεων.
Η μελέτη διευρύνει τη συζήτηση που είχε ανοίξει το 2020, όταν είχε εκπονηθεί αντίστοιχη ανάλυση από τη Deloitte. Η νέα μελέτη βασίζεται στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν τα επόμενα χρόνια και αναδεικνύει τη διεύρυνση της απόκλισης μεταξύ συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης και δημόσιας χρηματοδότησης, όπως αυτή εξελίχθηκε στην πράξη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της νέας μελέτης, την περίοδο 2019–2023 η συνολική φαρμακευτική δαπάνη αυξήθηκε σημαντικά, ενώ η δημόσια χρηματοδότηση δεν ακολούθησε αντίστοιχη πορεία. Το κενό που προέκυψε καλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις υποχρεωτικές επιστροφές, με τη φαρμακευτική βιομηχανία να επωμίζεται πάνω από το 70% της απόκλισης, γεγονός που αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες του υφιστάμενου μοντέλου χρηματοδότησης.
Ο φαύλος κύκλος της φαρμακευτικής χρηματοδότησης
Στον πυρήνα της ανάλυσης εντοπίζεται αυτό που περιγράφεται ως φαύλος κύκλος στη χρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης. Η συνολική δαπάνη αυξάνεται χωρίς αντίστοιχη προσαρμογή της δημόσιας χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα οι αποκλίσεις να καλύπτονται συστηματικά μέσω των μηχανισμών επιστροφών. Σε αυτό το πλαίσιο, το clawback, που θεσπίστηκε ως προσωρινό εργαλείο δημοσιονομικής προσαρμογής, έχει παγιωθεί ως μόνιμο χαρακτηριστικό του συστήματος, αναπαράγοντας το πρόβλημα αντί να το επιλύει.
Η περιορισμένη εφαρμογή μηχανισμών ελέγχου της ζήτησης οδηγεί σε μη αποδοτικό μείγμα κατανάλωσης από πλευράς κόστους. Το σταθερό δημοσιονομικό πλαίσιο μέσω του clawback μειώνει τα κίνητρα για ουσιαστικές πολιτικές συγκράτησης της δαπάνης, καθώς οι υπερβάσεις καλύπτονται εκ των υστέρων από τη βιομηχανία.
Η μελέτη αναδεικνύει και τα παράδοξα που προκύπτουν από αυτή τη συνθήκη. Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα επίπεδα επιστροφών στην Ευρώπη, παρότι διαθέτει από τις χαμηλότερες τιμές πρωτοτύπων φαρμάκων. Παρά τις αυξήσεις της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης τα τελευταία χρόνια, οι επιστροφές εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά, με σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ διαφορετικών καναλιών διανομής.
Μύθοι και πραγματικότητα για τη φαρμακευτική δαπάνη
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην αποδόμηση διαδεδομένων μύθων για το φάρμακο. Η μελέτη καταγράφει το παράδοξο ενός συστήματος στο οποίο, από ένα σημείο και μετά, όσο περισσότερα φάρμακα διαθέτει μια εταιρεία στην αγορά, τόσο αυξάνεται η οικονομική της επιβάρυνση μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών, αντί να ενισχύεται η βιωσιμότητά της. Η αύξηση της ονομαστικής δαπάνης δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχο όφελος για τον κλάδο, καθώς μεγάλο μέρος της αξίας επιστρέφει στο σύστημα.
Παράλληλα, αμφισβητείται η άποψη ότι η αύξηση της δαπάνης οφείλεται σε υπερσυνταγογράφηση. Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι, σε όρους όγκου, η κατανάλωση στην Ελλάδα κινείται σε παρόμοια ή και χαμηλότερα επίπεδα σε βασικές θεραπευτικές κατηγορίες σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στο μείγμα της κατανάλωσης και στη συνολική αρχιτεκτονική του συστήματος.
Η Ελλάδα στο διεθνές περιβάλλον
Το διεθνές περιβάλλον εντείνει περαιτέρω τις πιέσεις. Την περίοδο 2020–2022 η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης σε κατά κεφαλήν όρους (22%), ενώ ταυτόχρονα παρουσίασε τη μικρότερη αύξηση δημόσιας χρηματοδότησης (5%) σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η φαρμακευτική καινοτομία επηρεάζεται από τον εντεινόμενο ανταγωνισμό μεταξύ αγορών και από αλλαγές στις επενδυτικές προτεραιότητες, χώρες με περιορισμένη δημόσια χρηματοδότηση δυσκολεύονται να παραμείνουν ελκυστικές για την έγκαιρη διάθεση νέων θεραπειών, με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο καθυστερήσεων στην πρόσβαση των ασθενών.
Οδικός χάρτης για να ισορροπήσει το σύστημα
Στο φόντο αυτού του διεθνούς περιβάλλοντος, η μελέτη προχωρά και σε προβολές για την πορεία της φαρμακευτικής δαπάνης τα επόμενα χρόνια. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις προβολές έως το 2028. Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, η συνολική φαρμακευτική δαπάνη μπορεί να φτάσει τα €10,5 δισ., οδηγώντας το σύστημα σε μη βιώσιμα επίπεδα. Η διεύρυνση του χρηματοδοτικού κενού, η περαιτέρω πίεση μέσω επιστροφών και ο κίνδυνος αύξησης της συμμετοχής των ασθενών συνθέτουν ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα.
Απέναντι σε αυτή την προοπτική, η μελέτη θέτει έναν διττό στόχο. Αφενός τη συγκράτηση της αύξησης της συνολικής δαπάνης μέσω ουσιαστικού ελέγχου και εξορθολογισμού και αφετέρου τη σταδιακή αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης, ώστε να περιοριστεί η υπερβολική εξάρτηση του συστήματος από τις υποχρεωτικές επιστροφές. Κεντρικό στοιχείο της προσέγγισης αποτελεί και η εισαγωγή μηχανισμού συνυπευθυνότητας για τη διαχείριση των αποκλίσεων.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το χρηματοδοτικό κενό έως το 2028 εκτιμάται σε περίπου €1,5 δισ., εκ των οποίων €0,8 δισ. θα μπορούσαν να καλυφθούν μέσω πρόσθετης δημόσιας χρηματοδότησης και €0,7 δισ. μέσω μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν τον έλεγχο της δαπάνης. Η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στη σταδιακή αποκατάσταση μιας πιο ισορροπημένης και προβλέψιμης χρηματοδοτικής βάσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται ως ρεαλιστικός στόχος η επιστροφή των συνολικών επιστροφών σε επίπεδα κοντά στο 40%, αντίστοιχα με εκείνα του 2020. Οι προτάσεις της μελέτης οργανώνονται γύρω από τρεις στρατηγικούς άξονες:
- Την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού,
- Τον έλεγχο της δαπάνης και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων
- Την ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας με έμφαση στην πρόληψη.
Από τη διαχείριση αποκλίσεων σε σύστημα αξίας
Το κεντρικό πόρισμα της μελέτης είναι σαφές. Χωρίς δομικές παρεμβάσεις, η φαρμακευτική δαπάνη κινδυνεύει να καταστεί μη βιώσιμη, με άμεσες συνέπειες στην πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες. Αντίθετα, ο μετασχηματισμός του συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε ένα πλαίσιο όπου η δημόσια χρηματοδότηση, ο έλεγχος της δαπάνης, η καινοτομία και η πρόληψη συνδέονται με σαφείς στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι η διάγνωση, αλλά η υλοποίηση επιλογών πολιτικής που θα διασφαλίσουν ένα σύστημα Υγείας βασισμένο στην αξία.









































