Από το 2025 τα νοσοκομεία θα χρηματοδοτούνται με βάση τα DRGs
Η χρηματοδότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας – και ειδικότερα του νοσοκομειακού τομέα βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης με τίτλο «The Cost of Care: Funding a Fair and Resilient Healthcare System», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 2ου SFEE Summit. Κεντρικό σημείο του διαλόγου αποτέλεσε η αναφορά του Υφυπουργού Υγείας Μάριου Θεμιστοκλέους για την εφαρμογή των DRGs (Ομοιογενών Διαγνωστικών Ομάδων) από το 2025, ως νέα βάση χρηματοδότησης των νοσοκομείων. Πρόκειται για ένα σύστημα που συνδέει τη χρηματοδότηση με το παραγόμενο έργο, καθώς κάθε νοσηλεία ταξινομείται σε διαγνωστικές ομάδες με προκαθορισμένο κόστος, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη θεραπευτική πράξη.
Όπως τόνισε ο Υφυπουργός, το προηγούμενο σύστημα χαρακτηριζόταν από χαμηλή χρηματοδότηση, έλλειψη προϋπολογισμών και αδιαφανείς διαδικασίες. Όπως ανέφερε η χρηματοδότηση της Υγείας έχει αυξηθεί κατά 120% τα τελευταία χρόνια, ενώ η αντίστοιχη αύξηση στα νοσοκομεία φτάνει το 74% ως ποσοστό του ΑΕΠ. Περαιτέρω επισήμανε ότι από το 2023 στο 2024, η ενίσχυση της δημόσιας δαπάνης στο ΕΣΥ ανήλθε στο 20%.
Ο κ. Θεμιστοκλέους έκανε λόγο για συνολική αναδιοργάνωση της οικονομικής διαχείρισης στα δημόσια νοσοκομεία, τα οποία, όπως είπε, λειτουργούσαν επί χρόνια χωρίς σαφείς προϋπολογισμούς. Ειδικότερα, ανέφερε ότι το 2024 ήταν η πρώτη χρονιά κατά την οποία τα νοσοκομεία είχαν εγκεκριμένους προϋπολογισμούς εντός του πρώτου δεκαημέρου του έτους και δεν χρειάστηκε να ζητήσουν συμπληρωματική χρηματοδότηση από το Υπουργείο Οικονομικών.
Κυριάκος Σουλιώτης, Καθηγητής Πολιτικής Υγείας και Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου - Γεώργιος Κουρέπης, Διευθυντής, Deloitte - Παυλίνα Καρασιώτου, Γενική Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών - Fabrizio Bocchetti, Γενικός Διευθυντής, Πρόεδρος ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος της Merck για Ελλάδα και Κύπρο - Anthony Aouad, Γενικός Διευθυντής της Sanofi σε Ελλάδα, Ουγγαρία και Ουκρανία - Μάριος Θεμιστοκλέους, Υφυπουργός Υγείας - Αντριάνα Παρασκευοπούλου, Δημοσιογράφος, Παρουσιάστρια Ειδήσεων, ΕΡΤ
Αναφερόμενος στη μετάβαση στα DRGs, ο κ. Θεμιστοκλέους υπογράμμισε ότι από το 2025 τα νοσοκομεία θα χρηματοδοτούνται ανάλογα με το παραγόμενο έργο και όχι οριζόντια, γεγονός που αναμένεται – όπως τόνισε – να ενισχύσει τον έλεγχο της δαπάνης και να στηρίξει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Απαντώντας, τέλος, σε ερώτηση της Αντριάνας Παρασκευοπούλου, δημοσιογράφου και παρουσιάστριας ειδήσεων της ΕΡΤ, για την ανάγκη επιπλέον ενίσχυσης της χρηματοδότησης στα νοσοκομεία, ο Υφυπουργός επισήμανε ότι οι αυξήσεις μισθών, οι επενδύσεις σε εξοπλισμό και οι βελτιώσεις στις υποδομέςαποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αναβάθμισης του ΕΣΥ – επιβεβαιώνοντας ότι η έννοια της επένδυσης δεν περιορίζεται στα λειτουργικά έξοδα, αλλά αφορά συνολικά την ποιότητα των υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τις θετικές εξαγγελίες, παραμένει ανοικτό το ερώτημα κατά πόσο το σύστημα είναι πράγματι έτοιμο να υλοποιήσει στην πράξη ένα τόσο σύνθετο και απαιτητικό μοντέλο. Η επιτυχία των DRGs προϋποθέτει αξιόπιστα δεδομένα, ψηφιακή υποδομή, επαρκή εκπαίδευση και μηχανισμούς παρακολούθησης – στοιχεία που μέχρι σήμερα αποτελούν ζητούμενο.
Η φαρμακοβιομηχανία ως μοχλός ανάπτυξης
Την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη όχι ως δημοσιονομικό βάρος, αλλά ως επένδυση με προστιθέμενη αξία για την οικονομία και την κοινωνία, υπογράμμισε ο Anthony Aouad, Γενικός Διευθυντής της Sanofi για Ελλάδα, Ουγγαρία και Ουκρανία. Όπως επισήμανε, η Ελλάδα διαθέτει έναν δυναμικό κλάδο φαρμακοβιομηχανίας, με εξαγωγικό προσανατολισμό, ικανό ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές που μπορούν να υποστηρίξουν την καινοτομία.
Ο κ. Aouad υπογράμμισε ότι προϋπόθεση για να αξιοποιηθεί αυτό το δυναμικό είναι η σταθερότητα του χρηματοδοτικού πλαισίου, καθώς και η ενίσχυση της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Επισήμανε ακόμη την ανάγκη να αυξηθούν οι κλινικές μελέτες στην Ελλάδα, οι οποίες – όπως είπε – προσφέρουν σημαντικά επιστημονικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Παράλληλα, τόνισε ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες χρειάζονται ένα βιώσιμο και προβλέψιμο φορολογικό σύστημα, ώστε να γνωρίζουν τι τους επιφυλάσσει το μέλλον και να μπορούν να επενδύουν μακροπρόθεσμα.
Ο Γενικός Διευθυντής της Sanofi χαρακτήρισε τον κλάδο της φαρμακοβιομηχανίας στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, συγκρίσιμο – όπως είπε – με την Άμυνα. Η συνεισφορά του, όπως τόνισε, δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη του τομέα της Υγείας, αλλά αφορά ευρύτερα την οικονομία, την απασχόληση, τις οικογένειες και την κοινωνική συνοχή.
Από την πλευρά του ο Γενικός Διευθυντής της Merck SA για Ελλάδα και Κύπρο, Fabrizio Bocchetti αναφερόμενος στην ελληνική πραγματικότητα έκανε λόγο για χαμηλή χρηματοδότηση, δυσανάλογα βάρη στη φαρμακοβιομηχανία και ελλιπή έλεγχο στη συνταγογράφηση. Υπογράμμισε δε ότι παρατηρείται ανισορροπία στις δαπάνες και τόνισε την ανάγκη για καλύτερη στόχευση των πόρων, προκειμένου να εξασφαλιστεί ισορροπία στο σύστημα και βελτίωση της φροντίδας.
Παυλίνα Καρασιώτου, Γενική Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών - Fabrizio Bocchetti, Γενικός Διευθυντής, Πρόεδρος ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος της Merck για Ελλάδα και Κύπρο - Anthony Aouad, Γενικός Διευθυντής της Sanofi σε Ελλάδα, Ουγγαρία και Ουκρανία
Δημόσια δαπάνη με μέτρο και μετρήσιμο αντίκρισμα
Στη σύνδεση της υγειονομικής πολιτικής με το δημοσιονομικό περιβάλλον στάθηκε η Παυλίνα Καρασιώτου, Γενική Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Όπως υπογράμμισε, βασικός στόχος είναι η οικοδόμηση ενός δίκαιου και ανθεκτικού συστήματος Υγείας, υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος λειτουργεί με σταθερότητα και συνέπεια ως προς τις δαπάνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες Υγείας αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια: από 11,9 δισ. ευρώ το 2023, διαμορφώθηκαν στα 13 δισ. ευρώ το 2025. Παράλληλα, αναμένεται ετήσια αύξηση του ορίου της χρηματοδότησης κατά 100 εκατ. ευρώ, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης του ΕΣΥ με προβλέψιμο τρόπο.
Η κ. Καρασιώτου αναφέρθηκε επίσης στη συχνή φράση «η Υγεία δεν είναι κόστος, είναι επένδυση», επισημαίνοντας ότι την αποδέχεται κατ’ αρχήν, αλλά με σαφή προϋπόθεση την τεκμηρίωσή της με στοιχεία. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε: «Ακούω συχνά να λέγεται ότι η χρηματοδότηση της Υγείας δεν είναι κόστος, είναι επένδυση. Το δέχομαι επί της αρχής, αλλά θέλω στοιχεία να το δικαιολογούν αυτό – να ξέρω τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της επένδυσης…»
Η παρέμβαση της κ. Καρασιώτου ανέδειξε τον τεχνοκρατικό προσανατολισμό της δημοσιονομικής πολιτικής, που αντιμετωπίζει την υγειονομική δαπάνη όχι ως αυτονόητη προτεραιότητα, αλλά ως μέσο προς συγκεκριμένα μετρήσιμα αποτελέσματα – απόδοση, παραγωγικότητα, μείωση απωλειών. Μάλιστα στο ίδιο πνεύμα, ανακοίνωσε ότι εντός της εβδομάδας αναμένεται η ψήφιση των νέων δημοσιονομικών κανόνων, υπογραμμίζοντας πως το κράτος οφείλει να παραμένει συνεπές στους στόχους των δαπανών και δεν μπορεί να παρεκκλίνει.
Κυριάκος Σουλιώτης, Καθηγητής Πολιτικής Υγείας και Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Γεώργιος Κουρέπης, Διευθυντής, Deloitte
Προβληματισμός για τη βιωσιμότητα και την καινοτομία
Ο Γιώργος Κουρέπης, Διευθυντής της Deloitte Ελλάδος, σημείωσε ότι η συνολική δαπάνη Υγείας αυξάνεται, όμως το ζητούμενο δεν είναι η ποσοτική αύξηση, αλλά η οικοδόμηση ενός σύγχρονου, λειτουργικού και διαφανούς συστήματος. Τόνισε την ανάγκη για επικαιροποίηση των παλαιότερων προτάσεων μεταρρύθμισης, καθώς και για μια ασθενοκεντρική προσέγγιση, με δίκαιη πρόσβαση και παρακολούθηση της απόδοσης κάθε παρέμβασης.
Περαιτέρω ο Καθηγητής Κυριάκος Σουλιώτης, Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, υπογράμμισε ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων, η οποία εμποδίζει την ανάλυση και την τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής. Όπως τόνισε: «Δώσαμε τεράστια μάχη για τα δεδομένα στη χώρα, αλλά δεν έχουμε πραγματικά στοιχεία».
Ο κ. Σουλιώτης αναφέρθηκε επίσης στις δομικές ανισορροπίες και υπενθύμισε ότι η δημόσια δαπάνη είναι 20 μονάδες χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την ώρα που η δαπάνη στα νοσοκομεία είναι 20 μονάδες υψηλότερη. Ακόμη επισήμανε την την ανάγκη ενίσχυσης της κλινικής έρευνας, που παραμένει στάσιμη λόγω γραφειοκρατίας, ενώ υποστήριξε ότι η ιδιωτική ασφάλιση μπορεί να έχει υποστηρικτικό ρόλο. Κλείνοντας, δήλωσε: «Η χρηματοδότηση που ζητάμε είναι εμπροσθοβαρής, γιατί δεν ξέρουμε το πού, πώς και πόσα»
Το στοίχημα των DRGs
Η συζήτηση στο πάνελ με τίτλο «The Cost of Care: Funding a Fair and Resilient Healthcare System» ανέδειξε την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος να οικοδομηθεί ένα σύστημα Υγείας που να είναι ταυτόχρονα δίκαιο, ανθεκτικό και βιώσιμο. Οι παρεμβάσεις των εκπροσώπων της Πολιτείας, της φαρμακοβιομηχανίας και της ακαδημαϊκής κοινότητας επιβεβαίωσαν ότι η δημόσια δαπάνη αυξάνεται, ότι υπάρχουν πολιτικές προθέσεις μεταρρυθμίσεων και ότι οι επενδύσεις στον τομέα της Υγείας αντιμετωπίζονται πλέον με στρατηγική λογική.
Την ίδια στιγμή, όμως, υπενθύμισαν και τα διαχρονικά ελλείμματα του συστήματος: έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων, ανισορροπία στη δαπάνη, ασάφεια ως προς την απόδοση των χρηματοδοτήσεων και γραφειοκρατικά εμπόδια στην καινοτομία. Η εξαγγελία της εφαρμογής των DRGs ως μηχανισμού χρηματοδότησης με βάση το έργο αποτελεί ένα σημαντικό βήμα, αλλά η επιτυχία του θα κριθεί στην πράξη — από την ετοιμότητα των υποδομών, την κατάρτιση του προσωπικού και τη συνέπεια στον έλεγχο της εφαρμογής.
Η συζήτηση ανέδειξε επίσης την ανάγκη να συμφωνηθεί ένα σταθερό και διαφανές πλαίσιο χρηματοδότησης, στο οποίο οι πόροι να κατανέμονται με σαφή κριτήρια, μετρήσιμη αποτελεσματικότητα και κοινωνικό όφελος. Όπως φάνηκε, οι πόροι είναι αναγκαίοι — αλλά από μόνοι τους δεν αρκούν.









































