Εγκρίθηκε στην Ευρώπη η χρήση του luspatercept για ασθενείς με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία

Η β-θαλασσαιμία είναι μία κληρονομική αιματολογική διαταραχή που οφείλεται σε μια γενετική ανωμαλία της αιμοσφαιρίνης. Αποτελεί μία από τις πιο συχνές αυτοσωμικές υπολειπόμενες διαταραχές. Η συνολική ετήσια επίπτωση της συμπτωματικής β-θαλασσαιμίας υπολογίζεται σε 1 περιστατικό ανά 100.000 άτομα σε ολόκληρο τον κόσμο.1 Η νόσος σχετίζεται με την αναποτελεσματική ερυθροποίηση, η οποία οδηγεί στην παραγωγή μειωμένων και λιγότερο υγιών ερυθρών αιμοσφαιρίων, καταλήγοντας συνήθως στην εμφάνιση σοβαρής αναιμίας, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε σοβαρότερες επιπλοκές, καθώς και σε άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας.2

Οι θεραπευτικές επιλογές για την αναιμία που σχετίζεται με τη β-θαλασσαιμία είναι περιορισμένες, καθώς κατά κύριο λόγο περιλαμβάνουν τις τακτικές μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBC). Ωστόσο, οι μεταγγίσεις μπορούν να οδηγήσουν στην υπερφόρτωση σιδήρου, η οποία με τη σειρά της, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, όπως η βλάβη οργάνων.1 

Η μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους ασθενείς οι οποίοι δεν χρειάζονται διά βίου τακτικές μεταγγίσεις για να επιβιώσουν, παρόλο που μπορεί να αντιμετωπίσουν διάφορες κλινικές επιπλοκές και να χρειαστεί να υποβληθούν σε μεταγγίσεις περιστασιακά ή ακόμα και σε τακτική βάση, συνήθως για συγκεκριμένη χρονική περίοδο.3 Γι' αυτούς τους ασθενείς πλέον διατίθεται μια νέα θεραπευτική επιλογή καθώς η Bristol Myers Squibb ανακοίνωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορήγησε πλήρη Άδεια Κυκλοφορίας για το luspatercept, το οποίο αποτελεί πρώτη στην κατηγορία της (first-in-class) θεραπευτική επιλογή, για την αντιμετώπιση της αναιμίας που σχετίζεται με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία σε ενήλικες ασθενείς. Η κεντρική Άδεια Κυκλοφορίας αφορά την έγκριση χρήσης του luspatercept σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στη Νορβηγία, την Ισλανδία και το Λιχτενστάιν.*

 

Tο luspatercept 

Το luspatercept αναπτύσσεται και διατίθεται στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας συνεργασίας της Bristol Myers Squibb με τη Merck, μετά την εξαγορά της Acceleron Pharma από τη Merck τον Νοέμβριο του 2021. Πρόκειται για μια πρώτη στην κατηγορία της (first-in-class) θεραπευτική επιλογή που προάγει την ωρίμανση τελικής φάσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων σε ζωικά μοντέλα1 και ήδη είχε λάβει έγκριση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά για την αντιμετώπιση της εξαρτώμενης από μεταγγίσεις αναιμίας που σχετίζεται με β-θαλασσαιμία και χαμηλού κινδύνου μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (ΜΔΣ)

«Η β-θαλασσαιμία είναι μια κληρονομική αιματολογική διαταραχή που λόγω της αναιμίας, θέτει τους ασθενείς σε σημαντικό κίνδυνο εκδήλωσης μακροπρόθεσμων επιπλοκών. Ο κίνδυνος αυτός αναδεικνύει την ουσιαστική ανάγκη για την ύπαρξη θεραπευτικών επιλογών, ανεξαρτήτως της εξάρτησης του ασθενούς από μεταγγίσεις αίματος. Η ανακοίνωση αποτελεί μια ευχάριστη είδηση για τους ασθενείς με αναιμία που σχετίζεται με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι οποίοι αναζητούν νεότερες θεραπευτικές επιλογές για να αποφύγουν αυτές τις επιπλοκές», δήλωσε ο Noah Berkowitz, M.D., Ph.D., αντιπρόεδρος ανάπτυξης του τομέα Αιματολογίας της Bristol Myers Squibb. «Η πρόσφατη έγκριση αφορά στην τρίτη ένδειξη για το luspatercept στην Ευρώπη και ανυπομονούμε να συνεχίσουμε την αξιολόγηση αυτής της πρώτης στην κατηγορία της (first–in-class) θεραπευτικής επιλογής, σε πολλές ακόμη ασθένειες που συνδέονται με την αναιμία, στο πλαίσιο ενός ευρύτατου προγράμματος κλινικής ανάπτυξης».



 

Η μελέτη BEYOND

Η έγκριση του luspatercept από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βασίστηκε σε αποτελέσματα που προέρχονται από τη μελέτη Φάσης 2 BEYOND, η οποία αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του luspatercept έναντι εικονικού φαρμάκου σε 145 ενήλικους ασθενείς με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία. Οι συμμετέχοντες έλαβαν τη βέλτιστη υποστηρικτική αγωγή (BSC), η οποία περιλάμβανε μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων και χηλικοποιητικούς παράγοντες σιδήρου.

Η μελέτη BEYOND (NCT03342404) είναι μια διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο πολυκεντρική μελέτη Φάσης 2 για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του luspatercept έναντι εικονικού φαρμάκου σε ενήλικους ασθενείς με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία. Η μελέτη χωρίζεται στην περίοδο ελέγχου διαλογής, την περίοδο διπλά τυφλής θεραπείας και την περίοδο παρακολούθησης μετά τη θεραπεία.

Στο πλαίσιο της μελέτης, 145 ασθενείς κατανεμήθηκαν τυχαία (τυχαιοποιήθηκαν 2:1) ώστε να λαμβάνουν είτε luspatercept είτε εικονικό φάρμακο. Όλοι οι ασθενείς ήταν επιλέξιμοι να λάβουν βέλτιστη υποστηρικτική αγωγή (BSC), η οποία περιλάμβανε μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBC), χηλικοποιητικούς παράγοντες σιδήρου, χρήση αντιβιοτικών, αντι-ιικών και αντιμυκητιασικών θεραπειών ή/και διατροφική υποστήριξη, ανάλογα με τις ανάγκες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης είναι το ποσοστό των ασθενών οι οποίοι εμφανίζουν αύξηση της μέσης αιμοσφαιρίνης από την τιμή αναφοράς ≥1,0 g/dL σε συνεχές διάστημα θεραπείας 12 εβδομάδων από την εβδομάδα 13 έως την εβδομάδα 24 απουσία μεταγγίσεων. Τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλαμβάνουν τη μέση μεταβολή της βαθμολογίας όσον αφορά τις αναφερόμενες από τον ασθενή με μη μεταγγισιοεξαρτώμενη β-θαλασσαιμία εκβάσεις (NTDT-PRO) στον τομέα κόπωσης και αδυναμίας, καθώς και στη μέση μεταβολή από την τιμή αναφοράς της αιμοσφαιρίνης.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι 74 από τους 96 (77,1%) ασθενείς στο σκέλος θεραπείας με luspatercept πέτυχαν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης, αύξηση της μέσης αιμοσφαιρίνης από την τιμή αναφοράς ≥1,0 g/dL, έναντι 0 από τους 49 (0%) ασθενείς στο σκέλος θεραπείας με εικονικό φάρμακο (P<0,0001).

Σε ένα δευτερεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης, 47 από τους 96 ασθενείς (49,0%) που έλαβαν θεραπεία με luspatercept πέτυχαν μέση αύξηση της αιμοσφαιρίνης ≥1,5 g/dL σε σύγκριση με την τιμή αναφοράς από την εβδομάδα 37 έως την εβδομάδα 48 απουσία μεταγγίσεων, έναντι 0 ασθενών (0%) στο σκέλος θεραπείας με εικονικό φάρμακο (P<0,0001). Στο σκέλος θεραπείας με luspatercept, το 89,6% των ασθενών δεν χρειάστηκε να υποβληθούν σε μεταγγίσεις κατά τις εβδομάδες 1-24 έναντι του 67,3% των ασθενών στο σκέλος θεραπείας με εικονικό φάρμακο (P=0,0013). Παρατηρήθηκε επίσης βελτίωση στις αναφερόμενες από τον ασθενή εκβάσεις όσον αφορά στην ποιότητα ζωής (κόπωση και αδυναμία), η οποία συνάδει με την αύξηση των τιμών της αιμοσφαιρίνης.

Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν στο 11,5% των ασθενών (n=11) που έλαβαν θεραπεία με luspatercept. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ≥10% των ασθενών, ήταν οστικός πόνος (36%), κεφαλαλγία (30%), αρθραλγία (29%), οσφυαλγία (28%), προϋπέρταση (23%), υπέρταση (20%), βήχας (18%), διάρροια (17%), γριπώδης συνδρομή (17%), εξασθένιση (13%), γρίπη (13%), αυπνία (11%) και ναυτία (10%). 


Βιβλιογραφία:
  1. Galanello R, Origa R. Beta thalassemia. Orphanet Journal of Rare Diseases. 2010;5(11). Available at: https://ojrd.biomedcentral.com/articles/10.1186/1750-1172-5-11. Accessed February 2022.
  2. Rivella, S. (2013). Ineffective erythropoiesis and thalassemias. Available at: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3703923/pdf/nihms-490109.pdf. Accessed February 2022.
  3. Musallam, K. M., Rivella, S., Vichinsky, E., & Rachmilewitz, E. A. (2013). Non-transfusion-dependent thalassemias. Haematologica, 98(6), 833–844. https://doi.org/10.3324/haematol.2012.066845. Accessed February 2022.

*Η κεντρική Άδεια Κυκλοφορίας δεν περιλαμβάνει έγκριση για χρήση στη Μεγάλη Βρετανία (Αγγλία, Σκωτία και Ουαλία).