Φάνης Χασάπης: Το clawback απειλεί την κατ’ οίκον αναπνευστική φροντίδα
Η πρόσφατη μελέτη με τίτλο «ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ», που εκπονήθηκε από την ICAP CRIF για λογαριασμό του Συλλόγου Εταιρειών Παροχής Αναπνευστικών Υπηρεσιών (ΣΕΠΑΥ), αποτυπώνει τη σημαντική συμβολή του κλάδου στην ελληνική οικονομία, αλλά και τις έντονες οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κατ’ οίκον αναπνευστικής φροντίδας.
Ο κλάδος υποστηρίζει σήμερα περίπου 100.000 ασθενείς στα σπίτια τους, παρέχοντας υπηρεσίες που συμβάλλουν τόσο στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών όσο και στη συγκράτηση των δαπανών του συστήματος υγείας. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, το υφιστάμενο πλαίσιο χρηματοδότησης και οι υποχρεωτικές επιστροφές δημιουργούν σημαντικές πιέσεις στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων του κλάδου.
Ο Πρόεδρος του ΣΕΠΑΥ, κ. Φάνης Χασάπης, μιλά για την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εταιρείες παροχής αναπνευστικών υπηρεσιών, τις επιπτώσεις για τους ασθενείς που λαμβάνουν φροντίδα κατ’ οίκον και τις αλλαγές που, όπως επισημαίνει, απαιτούνται ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του κλάδου.
Κύριε Χασάπη, η πρόσφατη μελέτη της ICAP CRIF κάνει λόγο για «ασφυξία» στον κλάδο των αναπνευστικών υπηρεσιών. Ποια είναι η πραγματικότητα που βιώνετε;
Η λέξη «ασφυξία» δεν είναι σχήμα λόγου, είναι η καθημερινή μας επιβίωση. Η μελέτη της ICAP αποδεικνύει ότι ο κλάδος μας έχει μια τεράστια συνολική συνεισφορά στην οικονομία, που φτάνει τα €160,3 εκατ. στον κύκλο εργασιών. Όμως, αυτή η δυναμική πνίγεται. Το Clawback και το Rebate έχουν μετατραπεί σε μια θηλιά που σφίγγει κάθε μήνα και περισσότερο. Σκεφτείτε ότι για το 2025, η υποβληθείσα δαπάνη των εταιρειών του κλάδου εκτιμάται στα €91 εκατ., αλλά ο κλειστός προϋπολογισμός παραμένει καθηλωμένος στα €51,5 εκατ. Αυτή η χαοτική διαφορά των €40 εκατ. που καλούμαστε να «επιστρέψουμε», μας στερεί τη δυνατότητα να αναπνεύσουμε επιχειρηματικά.
Πόσο επικίνδυνη είναι η τρέχουσα χρηματοοικονομική κατάσταση για τις εταιρείες του κλάδου;
Είναι οριακή. Η μελέτη δείχνει κάτι σοκαριστικό: ο κλάδος παρουσιάζει προσωρινό μηνιαίο ταμειακό έλλειμμα €-422.014. Αυτό συμβαίνει γιατί οι εταιρείες υποχρεούνται να προκαταβάλλουν ακόμη και τον ΦΠΑ που αναλογεί στο ποσό του Clawback, οδηγώντας σε πλήρη εξάντληση της ρευστότητας. Επιπλέον, το «νεκρό σημείο» κερδοφορίας μας έχει εκτοξευθεί από το 29,1% στο 61,5% του τζίρου λόγω αυτών των επιστροφών. Με απλά λόγια, δουλεύουμε τις περισσότερες μέρες του μήνα μόνο και μόνο για να πληρώνουμε το κράτος, ενώ την ίδια στιγμή πρέπει να επενδύουμε €6,4 εκατ. ετησίως σε νέο εξοπλισμό για να κρατάμε τους ασθενείς μας στη ζωή.
Υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία από αυτή την κατάσταση;
Ο κίνδυνος είναι προ των πυλών. Υποστηρίζουμε περίπου 100.000 ασθενείς στα σπίτια τους. Αν ο κλάδος καταρρεύσει, αυτοί οι άνθρωποι θα καταλήξουν στα νοσοκομεία. Η μελέτη της ICAP είναι καταπέλτης: το κόστος της κατ’ οίκον νοσηλείας για το δημόσιο είναι μόλις €1,54 την ημέρα, ενώ το νοσοκομειακό κόστος (ΚΕΝ) ανέρχεται στα €223 την ημέρα. Μιλάμε για μια διαφορά κόστους που είναι χαώδης! Επιπλέον, οι αναπνευστικές παθήσεις προκαλούν ήδη μια ετήσια μείωση στο ΑΕΠ ύψους €431,5 εκατ. λόγω απώλειας ωρών εργασίας. Χωρίς εμάς, αυτή η πληγή στην εθνική οικονομία θα μεγαλώσει δραματικά.
Ποια είναι η πρόβλεψή σας για το μέλλον αν δεν αλλάξει ο κλειστός προϋπολογισμός;
Η πρόβλεψη είναι δυσοίωνη. Αν συνεχίσουμε με την υφιστάμενη πολιτική, το Clawback από το 40,44% το 2025 θα εκτιναχθεί στο 50,08% το 2030. Καμία επιχείρηση στον κόσμο δεν μπορεί να επιβιώσει επιστρέφοντας το μισό του τζίρου της. Θέτουμε σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα ενός κλάδου που για κάθε 1 ευρώ αύξησης των πωλήσεών του δημιουργεί 3,05 ευρώ στην ελληνική οικονομία. Είναι παραλογισμός να στραγγαλίζεις έναν τέτοιο μοχλό ανάπτυξης και κοινωνικής πρόνοιας.
Η μελέτη αναδεικνύει και ένα εντυπωσιακό οικονομικό παράδοξο: ότι το Δημόσιο θα μπορούσε να έχει περισσότερα έσοδα αν καταργούσε το Clawback. Πώς εξηγείται αυτό;
Είναι πράγματι οξύμωρο: το κράτος προσπαθεί να «γλιτώσει» χρήματα επιβάλλοντας αναγκαστικές επιστροφές, αλλά τελικά καταλήγει να χάνει πολύ περισσότερα. Ο κλάδος μας λειτουργεί ως ένας ισχυρός πολλαπλασιαστής για την Ελλάδα. Όπως προανέφερα, για κάθε 1 ευρώ που επενδύεται στις υπηρεσίες μας δημιουργούνται πάνω από 3 ευρώ στην ευρύτερη οικονομία.
Το παράδοξο είναι απλό: Αν δεν υπήρχε η «θηλιά» του Clawback, οι εταιρείες μας θα ήταν υγιείς, θα έκαναν προσλήψεις και θα παρουσίαζαν κέρδη. Αυτά τα κέρδη θα φορολογούνταν κανονικά. Σύμφωνα με τη μελέτη, αν το κράτος μας άφηνε να αναπνεύσουμε, θα εισέπραττε από εμάς πάνω από 5 φορές περισσότερους φόρους εισοδήματος σε σχέση με αυτούς που εισπράττει σήμερα.
Ουσιαστικά, η τρέχουσα πολιτική «στραγγαλίζει» την κερδοφορία μας, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι φόροι που αποδίδουμε, να φρενάρουν οι επενδύσεις και να κινδυνεύουν θέσεις εργασίας. Είναι μια κοντόφθαλμη λογική: το κράτος κοιτάζει πώς θα πάρει κάτι «τώρα» μέσω των επιστροφών, αγνοώντας ότι έτσι καταστρέφει μια μηχανή που θα του απέδιδε πολύ μεγαλύτερα και μόνιμα έσοδα σε βάθος χρόνου.
Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, βλέπετε κάποια διέξοδο;
Θέλω να πιστεύω πως ναι, αρχίζει να φαίνεται ένα φως στο τούνελ. Η μελέτη της ICAP μας έδωσε τα επιστημονικά δεδομένα για να αποδείξουμε το δίκαιο των αιτημάτων μας. Έχουμε ξεκινήσει έναν κύκλο ουσιαστικής συνεργασίας με την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και τη διοίκηση του ΕΟΠΥΥ. Φαίνεται να αντιλαμβάνονται πλέον ότι η αύξηση του κλειστού προϋπολογισμού δεν είναι «έξοδο», αλλά επένδυση που εξοικονομεί εκατομμύρια από τις νοσοκομειακές δαπάνες. Είμαστε σε καλό δρόμο και αναμένουμε τις πράξεις που θα επιβεβαιώσουν αυτή τη νέα εποχή συνεργασίας.
Απαιτείται ουσιαστικός διάλογος
Οι επισημάνσεις του κ. Φάνη Χασάπη επαναφέρουν στο προσκήνιο τα ζητήματα που ανέδειξε η πρόσφατη μελέτη της ICAP CRIF για τον κλάδο της κατ’ οίκον αναπνευστικής φροντίδας, και ιδιαίτερα τις έντονες οικονομικές πιέσεις που προκύπτουν από το υφιστάμενο πλαίσιο χρηματοδότησης και τις υποχρεωτικές επιστροφές.
Όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος του ΣΕΠΑΥ, η συνέχιση αυτής της κατάστασης δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών που παρέχονται κατ’ οίκον, από τις οποίες εξαρτώνται χιλιάδες ασθενείς σε όλη τη χώρα. Οι υπηρεσίες αυτές αποτελούν κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα της φροντίδας υγείας, καθώς συμβάλλουν τόσο στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών όσο και στη συγκράτηση των δαπανών του συστήματος υγείας.
Είναι προφανές ότι απαιτείται μια βιώσιμη λύση μέσα από ουσιαστικό διάλογο με την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και με τη Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ, ώστε να διαμορφωθεί ένα σταθερό και λειτουργικό πλαίσιο χρηματοδότησης που θα διασφαλίζει τόσο τη συνέχιση των υπηρεσιών προς τους ασθενείς όσο και τη βιωσιμότητα του κλάδου.









































