Η αόρατη καθημερινότητα των εργαζομένων που ζουν με διαβήτη

Για χιλιάδες εργαζομένους, η παρακολούθηση του σακχάρου, η διαχείριση του άγχους και η ανησυχία για υπογλυκαιμίες είναι μέρος της καθημερινής τους ρουτίνας, συχνά σε στιγμές που εκτυλίσσονται πίσω από κλειστές πόρτες του γραφείου. Κι όμως, αυτή η εμπειρία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη. Πολλοί διστάζουν να μιλήσουν ανοιχτά για την πάθησή τους, φοβούμενοι παρεξηγήσεις, στιγματισμό ή ότι θα θεωρηθούν λιγότερο αποδοτικοί. Σε ένα εργασιακό περιβάλλον που αλλάζει, η ευεξία αποκτά νέο βάρος, ειδικά για όσους ζουν με μια χρόνια πάθηση.

 

Η καθημερινότητα των εργαζομένων με διαβήτη

Ο διαβήτης αφορά άμεσα τον κόσμο της εργασίας, περισσότερο απ’ όσο συχνά αντιλαμβανόμαστε. Επτά στους δέκα ανθρώπους με διαβήτη παγκοσμίως βρίσκονται σε ηλικία εργασίας, γεγονός που σημαίνει ότι η διαχείριση της νόσου συνυπάρχει καθημερινά με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις. Όπως σημειώνει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, Καθηγητής Παθολογίας – Μεταβολικών Νοσημάτων της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και έως πρόσφατα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της International Diabetes Federation (IDF) Europe, «για εκατομμύρια εργαζομένους ο διαβήτης είναι μια καθημερινή πραγματικότητα που στον χώρο εργασίας μπορεί να γίνει πηγή άγχους, στιγματισμού και φόβου».

Έρευνα της IDF αποκαλύπτει ότι τρεις στους τέσσερις εργαζομένους που ζουν με διαβήτη έχουν αντιμετωπίσει άγχος, κατάθλιψη ή άλλη ψυχική επιβάρυνση λόγω της πάθησης, ενώ τέσσερις στους πέντε έχουν βιώσει επαγγελματική εξουθένωση. Όπως τονίζει ο κ. Μακρυλάκης, «πολλά άτομα που ζουν με διαβήτη εξακολουθούν να δίνουν αγώνα για να ισορροπήσουν ανάμεσα στην υγεία τους και στις προσδοκίες της εργασίας τους, ενώ συχνά δυσκολεύονται να μιλήσουν ανοιχτά για την κατάστασή τους».

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται πραγματικές ιστορίες. Πολλοί εργαζόμενοι φοβούνται να αποκαλύψουν ότι ζουν με διαβήτη, είτε για να μη στιγματιστούν είτε επειδή ανησυχούν ότι θα χάσουν ευκαιρίες εξέλιξης. Άλλοι νιώθουν πως πρέπει να αποδεικνύουν συνεχώς ότι «τα καταφέρνουν», ακόμη και όταν η υγεία τους χρειάζεται προτεραιότητα. Αυτός ο σιωπηλός αγώνας επηρεάζει την ψυχική ευεξία, την απόδοση και τελικά την ποιότητα ζωής.

 

Εργοδότες και εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν για τον διαβήτη

Στη χώρα μας ο διαβήτης έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα Δημόσιας Υγείας. Τα στοιχεία της 11ης έκδοσης του Άτλαντα Διαβήτη της International Diabetes Federation είναι χαρακτηριστικά. Ένας στους εννέα ενήλικες ηλικίας 20–79 ετών ζει σήμερα με διαβήτη, ενώ το 28,5% των ατόμων που έχουν τη νόσο δεν το γνωρίζουν. Ο τυποποιημένος επιπολασμός ανέρχεται στο 8%, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.

Όπως επισημαίνει ο Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας Σταύρος Θ. Λιάτης, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και τέως Διευθυντής ΕΣΥ στο Διαβητολογικό Κέντρο του ΓΝΑ «Λαϊκό», «είναι απαραίτητο εργοδότες και εργαζόμενοι να γνωρίζουν περισσότερα και να κάνουν περισσότερα για τον διαβήτη στον χώρο εργασίας». Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι «ο διαβήτης αποτελεί ίσως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα Δημόσιας Υγείας στη χώρα μας, με τεράστιο ψυχολογικό και οικονομικό κόστος για τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους».

Το ψυχολογικό φορτίο, οι επιπλοκές, το αυξημένο κόστος φροντίδας και η απώλεια παραγωγικότητας συνθέτουν ένα πολυδιάστατο πρόβλημα που απαιτεί καλύτερη πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση και οργανωμένη υποστήριξη.

 

Τα κενά στη φροντίδα

Η καθημερινότητα των ατόμων με διαβήτη επηρεάζεται άμεσα από την ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνουν. Παρά τη σημαντική πρόοδο στην τεχνολογία και τις θεραπευτικές επιλογές, η πραγματικότητα στα Διαβητολογικά Ιατρεία και Κέντρα δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη σοβαρές ανάγκες. Όπως τονίζει ο Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, η αποτελεσματική φροντίδα του διαβήτη απαιτεί οργανωμένο σύστημα, σύγχρονες υποδομές και επαρκές προσωπικό. Σήμερα όμως, η υποστελέχωση πολλών μονάδων και οι καθυστερήσεις στην τοποθέτηση ιατρών και νοσηλευτών δυσχεραίνουν την ομαλή λειτουργία τους.

Η συνεχής επιμόρφωση των επαγγελματιών Υγείας, η ενίσχυση της διεπιστημονικής συνεργασίας και η αναβάθμιση των υποδομών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για να μπορούν τα άτομα με διαβήτη να λαμβάνουν ολοκληρωμένη, σύγχρονη και ασφαλή φροντίδα. Η ενίσχυση των υπηρεσιών αυτών δεν αφορά μόνο τους ασθενείς αλλά και το σύστημα Υγείας συνολικά, που μπορεί να επωφεληθεί από τη μείωση των επιπλοκών και του κόστους μακροχρόνιας αντιμετώπισης.

 

Η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία συμμετέχει ενεργά στην Παγκόσμια Ημέρα Διαβήτη

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Διαβήτη, η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία υλοποιεί φέτος μια ολοκληρωμένη εκστρατεία ενημέρωσης που εστιάζει στην ευεξία των ασθενών στον χώρο εργασίας. Με κεντρικό μήνυμα «Μάθε περισσότερα και κάνε περισσότερα για τον διαβήτη στον χώρο εργασίας σου» η καμπάνια των Διαβητολόγων απευθύνεται σε εργαζομένους και εργοδότες, ενθαρρύνοντάς τους να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον όπου τα άτομα με διαβήτη θα νιώθουν ασφαλή και υποστηριζόμενα.

Στο πλαίσιο της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία έχει αναρτήσει το ενημερωτικό υλικό —θεματικές αφίσες και έναν αναλυτικό Εκπαιδευτικό Οδηγό Εκστρατείας για τον Διαβήτη— στην ιστοσελίδα της, ενώ το υλικό διανέμεται σε Συλλόγους Ατόμων με Διαβήτη, Διαβητολογικά Ιατρεία, Διαβητολογικά Κέντρα, φορείς και Δήμους σε όλη τη χώρα. Η πρωτοβουλία στοχεύει στην καλλιέργεια κουλτούρας κατανόησης και συμπερίληψης, ώστε κάθε εργαζόμενος να μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της δουλειάς του χωρίς να διακυβεύεται η υγεία ή η επαγγελματική του εξέλιξη.

Η φροντίδα του διαβήτη δεν περιορίζεται στην παρακολούθηση από τον γιατρό. Επεκτείνεται στην καθημερινότητα, στην εργασία, στις ευθύνες και στις πιέσεις που βιώνουν χιλιάδες άνθρωποι σε όλη τη χώρα. Τα στοιχεία που παρουσιάζουν η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία, ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας της υπογραμμίζουν ότι η σωστή ενημέρωση, η ενίσχυση των δομών και η στήριξη στον χώρο εργασίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για μια ασφαλή και αξιοπρεπή καθημερινότητα. Η κατανόηση και η συνεργασία μπορούν να κάνουν τη διαφορά, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι που ζουν με διαβήτη δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζουν μόνοι τους τις προκλήσεις της νόσου.