Η παχυσαρκία βλάπτει σοβαρά την υγεία, αλλά και την οικονομία

Ο αυξημένος Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) έχει σημαντικό κόστος όχι μόνο για την υγεία αλλά και για την οικονομία. Για την Ελλάδα, η ετήσια επιβάρυνση εκτιμάται σε 3,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1,4% του ΑΕΠ. Το ποσό αυτό ξεπερνά τις δαπάνες για στέγαση και υπερβαίνει το ήμισυ των αμυντικών δαπανών της χώρας. Στην Ευρώπη, το 2024, περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Στα παιδιά, η αντίστοιχη αναλογία πλησιάζει το ένα στα τρία.

Τα στοιχεία αυτά καταγράφει η μελέτη «The Economic Burden of Overweight and Obesity in Europe», που εκπονήθηκε από το Office of Health Economics (OHE), με ανάθεση και χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων και Συνδέσμων (EFPIA). Η ανάλυση αφορά οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα, τη Ρουμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η έκθεση έχει δημοσιευθεί ως OHE Contract Research Report και το OHE αναφέρει ότι οι εκθέσεις αυτής της κατηγορίας υπόκεινται σε εσωτερικό έλεγχο ποιότητας και εξωτερική αξιολόγηση.

Για την ανάγνωση των αποτελεσμάτων της μελέτης έχει σημασία ότι ο όρος «αυξημένος ΔΜΣ» χρησιμοποιείται με ευρύτερη έννοια από τις καθιερωμένες κατηγορίες σωματικού βάρους. Η μεθοδολογία του Global Burden of Disease ορίζει ως θεωρητικό εύρος ελάχιστου κινδύνου τις τιμές ΔΜΣ 20–23 kg/m². Έτσι, στους υπολογισμούς περιλαμβάνεται και επιβάρυνση που συνδέεται με ΔΜΣ από 23 έως 24,9, παρότι οι τιμές αυτές συνήθως εντάσσονται στο φυσιολογικό εύρος. Τα αποτελέσματα, επομένως, δεν αφορούν αποκλειστικά ανθρώπους που είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

 

Το οικονομικό κόστος για την Ελλάδα

Για τη χώρα μας, η μελέτη υπολογίζει τη συνολική ετήσια επιβάρυνση σε 328 ευρώ ανά κάτοικο. Από τα 3,4 δισ. ευρώ, τα 2,3 δισ. ευρώ, ή 68%, αφορούν άμεσες δαπάνες υγείας, ενώ τα υπόλοιπα 1,1 δισ. ευρώ, ή 32%, αντιστοιχούν σε έμμεσες οικονομικές απώλειες. Οι εκτιμήσεις κόστους έχουν προσαρμοστεί σε τιμές 2024.

Ενδεικτικά, στις άμεσες δαπάνες, ο διαβήτης τύπου 2 αντιστοιχεί σε περίπου 0,9 δισ. ευρώ, οι μυοσκελετικές παθήσεις σε 0,4 δισ. ευρώ και τα καρδιαγγειακά νοσήματα σε 0,2 δισ. ευρώ.

Στις έμμεσες οικονομικές απώλειες, οι απουσίες από την εργασία και η μειωμένη παραγωγικότητα στην εργασία υπολογίζονται σε περίπου 0,3 δισ. ευρώ η καθεμία. Ο χρόνος που αφιερώνεται στη φροντίδα ασθενών αντιστοιχεί σε ακόμη 0,2 δισ. ευρώ, ενώ η οικονομική αδράνεια λόγω ασθένειας και η πρόωρη θνησιμότητα εκτιμώνται σε περίπου 0,1 δισ. ευρώ η καθεμία.

Η μελέτη επισημαίνει ότι οι σχετικά υψηλές απουσίες από την εργασία αυξάνουν την έμμεση επιβάρυνση στην Ελλάδα. Αντίθετα, η χαμηλότερη απασχόληση στις μεγαλύτερες ηλικίες, όπου ο αυξημένος ΔΜΣ είναι συχνότερος, οδηγεί σε χαμηλότερες εκτιμήσεις για τις απώλειες παραγωγικότητας.

 

Η επιβάρυνση στην υγεία

Με βάση τις εκτιμήσεις του Global Burden of Disease για το 2023, στις οκτώ χώρες που εξετάστηκαν ο αυξημένος ΔΜΣ συνδέεται με 278.000 θανάτους και σχεδόν 8 εκατ. χαμένα έτη υγιούς ζωής (DALYs) ετησίως.

Στην Ελλάδα, οι αντίστοιχες εκτιμήσεις φθάνουν τους 11.775 θανάτους και τα 311.676 χαμένα έτη υγιούς ζωήςπου αποδίδονται στον αυξημένο ΔΜΣ. Από τους θανάτους αυτούς, 6.168 συνδέονται με καρδιαγγειακά νοσήματα, 2.528 με χρόνια νεφρική νόσο και 1.098 με διαβήτη τύπου 2.

Η σύνδεση με συγκεκριμένα νοσήματα αποτυπώνεται και στα συνολικά δεδομένα των οκτώ χωρών. Ο αυξημένος ΔΜΣ συνδέεται με σχεδόν 60% των χαμένων ετών υγιούς ζωής λόγω διαβήτη τύπου 2, με 45% λόγω παθήσεων του πεπτικού συστήματος και με 32% λόγω χρόνιας νεφρικής νόσου.

 

Πέντε συστάσεις για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας

Με βάση τα ευρήματα, οι συγγραφείς της μελέτης διατυπώνουν πέντε βασικές συστάσεις για την πρόληψη, τη θεραπεία και την ευρύτερη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

  • Αναγνώριση της παχυσαρκίας ως χρόνιας, υποτροπιάζουσας νόσου, ώστε να ενισχυθούν η παρακολούθηση, η χρηματοδότηση και η πρόσβαση σε ολοκληρωμένη φροντίδα.
  • Αντιμετώπιση του στίγματος και των προκαταλήψεων, με πολιτικές που μετατοπίζουν την έμφαση από την ατομική ευθύνη σε ευρύτερες συστημικές παρεμβάσεις.
  • Καλύτερη πρόσβαση στην πρόληψη και τη θεραπεία, με ολοκληρωμένη και μακροχρόνια φροντίδα που συνδυάζει έγκαιρη διάγνωση, παρεμβάσεις συμπεριφορικής αλλαγής, φαρμακευτική θεραπεία και, όπου ενδείκνυται, μεταβολική και βαριατρική χειρουργική.
  • Ισχυρότερη τεκμηρίωση των επενδύσεων, ώστε στην αξιολόγηση των πολιτικών να συνυπολογίζονται η παραγωγικότητα, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας και οι κοινωνικές δαπάνες.
  • Ένταξη της παχυσαρκίας στο EU Safe Hearts, με συγκεκριμένους στόχους για την ανίχνευση και τη διαχείρισή της, ώστε να υποστηριχθεί και ο στόχος του Σχεδίου για μείωση της πρόωρης θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα έως το 2035.

 

Ανάγκη για ολοκληρωμένη αντιμετώπιση

Η εικόνα που προκύπτει δείχνει ότι η επιβάρυνση που συνδέεται με τον αυξημένο ΔΜΣ αποτυπώνεται στην υγεία, στις δαπάνες περίθαλψης, στην εργασία και στη φροντίδα ασθενών. Η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αποκτά έτσι ευρύτερη σημασία για τη δημόσια υγεία και την οικονομία.

Όπως τονίζει ο Γενικός Διευθυντής του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), κ. Μιχάλης Χειμώνας, η παχυσαρκία αποτελεί «μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις δημόσιας υγείας», με συνέπειες για την υγεία και την ποιότητα ζωής, αλλά και για τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας, την παραγωγικότητα και την κοινωνική συνοχή. Ο κ. Χειμώνας υπογραμμίζει την ανάγκη για «μια νέα, ολιστική προσέγγιση, χωρίς προκαταλήψεις και στιγματισμό», που θα δίνει έμφαση στην πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και την ολοκληρωμένη, επιστημονικά τεκμηριωμένη φροντίδα.