Η Pierre Fabre φέρνει στο προσκήνιο την αναιμία και τον ρόλο του σιδήρου
Η αναιμία αποτελεί ένα από τα συχνότερα κλινικά ευρήματα παγκοσμίως και μία από τις πιο κοινές αιτίες προσέλευσης ασθενών στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Χαρακτηρίζεται από μείωση της αιμοσφαιρίνης και, κατ’ επέκταση, της ικανότητας του αίματος να μεταφέρει οξυγόνο στους ιστούς, με συμπτώματα που κυμαίνονται από κόπωση και μειωμένη αντοχή έως καρδιοαναπνευστική επιβάρυνση σε ευάλωτους πληθυσμούς. Η σιδηροπενία αποτελεί τη συχνότερη αιτία αναιμίας, χωρίς όμως να είναι η μοναδική, γεγονός που καθιστά τη σωστή διαφορική διάγνωση και την εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση κρίσιμες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των ασθενών.
Τις σύγχρονες κλινικές προκλήσεις για την αναιμία και τον σίδηρο, όπως αυτές αντιμετωπίζονται τόσο στην καθημερινή ιατρική πρακτική έφεραν στο προσκήνιο δύο επιστημονικές εκδηλώσεις που διοργάνωσε η Pierre Fabre τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Σε δύο διαφορετικές πόλεις, η συζήτηση για την αναιμία και τον σίδηρο αναπτύχθηκε σε βάθος στο πλαίσιο δύο επιστημονικών εκδηλώσεων. Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης στην Αθήνα και το MOMus–Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη φιλοξένησαν τις συναντήσεις της Pierre Fabre, ενισχύοντας τον επιστημονικό διάλογο και την ανταλλαγή εμπειρίας στην καθημερινή κλινική πράξη.
Αναιμία και Σίδηρος: Από τη διαφορική διάγνωση στη στοχευμένη θεραπεία
Η εκδήλωση της Αθήνας πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη για ορθολογική και τεκμηριωμένη προσέγγιση της αναιμίας, πέρα από γενικεύσεις και αυτοματοποιημένες θεραπευτικές επιλογές.
Ο Ευάγγελος Τέρπος, Καθηγητής Αιματολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ και Υπεύθυνος της Μονάδας Αυτόλογης Μεταμόσχευσης Αρχέγονων Αιμοποιητικών Κυττάρων στο ΓΝΑ «Αλεξάνδρα», παρουσίασε μια σύγχρονη και ολοκληρωμένη εικόνα της αναιμίας, εστιάζοντας στη σημασία της διαφορικής διάγνωσης και στη σωστή αναγνώριση της υποκείμενης αιτίας. Όπως τόνισε, η διάκριση της σιδηροπενίας από άλλες μορφές αναιμίας αποτελεί καθοριστικό βήμα για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας και την αποφυγή καθυστερήσεων ή λανθασμένων παρεμβάσεων.
Ο κ. Τέρπος αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις κλινικές «παγίδες» που συχνά οδηγούν σε υποθεραπεία ή αναποτελεσματική αντιμετώπιση, καθώς και στον ρόλο της στοχευμένης συμπληρωματικής χορήγησης σιδήρου, ανάλογα με το υπόστρωμα της αναιμίας και τα χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς. Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε τη σημασία της βιοδιαθεσιμότητας του δισθενούς σιδήρου (Fe²⁺), αλλά και των μορφών παρατεταμένης αποδέσμευσης, με αναφορές σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα που αφορούν τόσο την αποτελεσματικότητα όσο και τη γαστρεντερική ανοχή.
Αναιμία στην κλινική πράξη: Σύγχρονες διαγνωστικές και θεραπευτικές προσεγγίσεις. Από τον σίδηρο στη στοχευμένη αντιμετώπιση των διαφορετικών τύπων αναιμίας
Η δεύτερη επιστημονική εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025, στο MOMus–Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη και εστίασε στην αναιμία όπως αυτή εμφανίζεται στην καθημερινή κλινική πράξη και στη συνολική διαχείριση των ασθενών.
Κεντρική ομιλήτρια ήταν η Ελευθερία Λευκού, Αιματολόγος και Επίκουρη Καθηγήτρια Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με εμπειρία στην αιμόσταση, τη θρόμβωση και την αιματολογία της κύησης. Στην παρουσίασή της ανέλυσε τις βασικές κατηγορίες αναιμίας και τα παθοφυσιολογικά τους μονοπάτια, αναδεικνύοντας τον ρόλο των σύγχρονων βιοδεικτών σιδήρου στη σωστή αξιολόγηση κάθε περιστατικού.
Η κα Λευκού αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της ολιστικής αξιολόγησης, ειδικά σε χρόνιους ασθενείς, γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και ηλικιωμένους, όπου η αναιμία συχνά συνυπάρχει με άλλες παθολογικές καταστάσεις. Παρουσιάστηκαν οι διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές, από τη χορήγηση σιδήρου από το στόμα έως τις ενδοφλέβιες θεραπείες, με στόχο την εξατομικευμένη προσέγγιση και τη βελτίωση της συμμόρφωσης των ασθενών.
Στο πλαίσιο του διαλόγου επισημάνθηκε ότι η σιδηροπενία δεν αποτελεί πάντα ένα μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά συχνά λειτουργεί ως ένδειξη υποκείμενης παθολογίας που απαιτεί διερεύνηση. Η παρουσίαση συνδύασε κατευθυντήριες οδηγίες, πραγματικά κλινικά περιστατικά και πρακτικές συμβουλές για την καθημερινή φροντίδα των ασθενών.
Συχνό αλλά υποδιαγνωσμένο πρόβλημα η αναιμία
Οι δύο επιστημονικές εκδηλώσεις κατέδειξαν ότι η αναιμία εξακολουθεί να αποτελεί ένα συχνό αλλά υποδιαγνωσμένο κλινικό πρόβλημα, παρά τη μεγάλη της έκταση στον γενικό πληθυσμό. Όπως επισημάνθηκε, η αντιμετώπισή της συχνά περιορίζεται στη διόρθωση των εργαστηριακών τιμών, χωρίς να προηγείται η απαραίτητη διερεύνηση της αιτίας που την προκαλεί.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σιδηροπενική αναιμία, η οποία δεν είναι πάντα μια «αθώα» κατάσταση. Μπορεί να αποτελεί ένδειξη αιμορραγίας, απορροφητικής διαταραχής ή υποκείμενης χρόνιας νόσου, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνολική κλινική αξιολόγηση και όχι την εμπειρική χορήγηση σιδήρου.
Κεντρικό ζήτημα αποτέλεσε και η επιλογή της κατάλληλης μορφής σιδήρου, η οποία έχει άμεση επίδραση όχι μόνο στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας, αλλά και στην ανοχή, την εμφάνιση συμπτωμάτων και τελικά στη συμμόρφωση των ασθενών. Παράλληλα, οι νεότερες εξελίξεις στη διαγνωστική προσέγγιση και στους βιοδείκτες συμβάλλουν σε πιο τεκμηριωμένες κλινικές αποφάσεις, φέρνοντας την καθημερινή πράξη ένα βήμα μπροστά.
Καθοριστικός αναδείχθηκε και ο ρόλος του γιατρού της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ο οποίος βρίσκεται συχνά στην πρώτη γραμμή της έγκαιρης αναγνώρισης της αναιμίας και της παρακολούθησης των ασθενών, διασφαλίζοντας ότι η αντιμετώπιση δεν θα είναι αποσπασματική αλλά ουσιαστική και διαρκής.
Κρίσιμος ο ρόλος της σωστής ενημέρωσης
Οι συναντήσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη που οργάνωσε η Pierre Fabre κατέστησαν σαφές ότι η αναιμία δεν αποτελεί απλώς ένα εργαστηριακό εύρημα, αλλά ένα ουσιαστικό κλινικό μήνυμα που απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση και στοχευμένη θεραπευτική προσέγγιση. Η έγκαιρη διάγνωση, η αναζήτηση της υποκείμενης αιτίας και η ορθολογική χρήση του σιδήρου μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά όχι μόνο την πορεία της νόσου, αλλά και την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Ο επιστημονικός διάλογος ανέδειξε τη σημασία της συνεχούς επιστημονικής ενημέρωσης και της συνεργασίας μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, υπογραμμίζοντας ότι η αναιμία απαιτεί εγρήγορση, γνώση και εξατομικευμένες κλινικές αποφάσεις, ώστε η αντιμετώπισή της να είναι ουσιαστική και πραγματικά αποτελεσματική.









































