Η υποχρηματοδότηση απειλεί την πρόσβαση των ασθενών στις νέες τεχνολογίες για τον διαβήτη
Η υποχρηματοδότηση των ιατροτεχνολογικών προϊόντων για τον σακχαρώδη διαβήτη αποτελεί ένα πρόβλημα που απειλεί την πρόσβαση των ασθενών σε κρίσιμες τεχνολογίες για τη ρύθμιση της νόσου. Το clawback στα υλικά διαβήτη αναμένεται να ξεπεράσει το 40% μέσα στο 2025, ενώ η Ελλάδα παραμένει μία από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη που δεν αποζημιώνει συστήματα συνεχούς ή διαλείπουσας καταγραφής γλυκόζης (CGM/FGM) για τα άτομα με διαβήτη τύπου 2.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Ιατρικών & Βιοτεχνολογικών Προϊόντων (ΣΕΙΒ) οργάνωσε έναν σημαντικό Δημόσιο Πολιτικό Διάλογο (Policy Dialogue), ώστε να αναδείξει τεκμηριωμένα δεδομένα και να προωθήσει την από κοινού διαμόρφωση προτάσεων πολιτικής. Η πρωτοβουλία πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Εργαστήριο Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας του ΕΚΠΑ και με τη συμμετοχή όλων των φορέων που δραστηριοποιούνται στη χρήση ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων για τον διαβήτη: το Υπουργείο Υγείας, ο ΕΟΠΥΥ, ο ΕΟΦ, η Διαβητολογική και η Ενδοκρινολογική Εταιρεία, οι Ομοσπονδίες Ατόμων με Διαβήτη και ο ίδιος ο ΣΕΙΒ.
Οι παρεμβάσεις που ακολούθησαν από εκπροσώπους της ακαδημαϊκής κοινότητας, των επιστημονικών εταιρειών και των συλλόγων ασθενών κατέγραψαν την υφιστάμενη κατάσταση και ανέδειξαν την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις πολιτικής, με έμφαση στη βιώσιμη χρηματοδότηση, την αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας και την ενίσχυση της πρόσβασης.
Χρηματοδότηση και διεπιστημονική φροντίδα, οι δύο άξονες για μια νέα πολιτική στον διαβήτη
Η Καθηγήτρια του Τομέα Δημόσιας Υγείας στο Τμήμα Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ και Διευθύντρια του Εργαστηρίου Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας, κ. Δάφνη Καϊτελίδου, παρουσίασε τα βασικά συμπεράσματα του Δημόσιου Πολιτικού Διαλόγου, υπογραμμίζοντας τη μεθοδολογική του τεκμηρίωση και τη σημασία της πολυμερούς συμμετοχής.
Εστιάζοντας στη διεθνή εμπειρία, σημείωσε ότι το ποσοστό των εθνικών δαπανών υγείας που αποδίδονται στη διαχείριση του διαβήτη κυμαίνεται από 8% έως 18%. Το συνολικό «βάρος» της νόσου για τις κοινωνίες είναι ιδιαίτερα υψηλό, κυρίως λόγω των συνοσηροτήτων, με το πρόσθετο κόστος ανά ασθενή να εκτιμάται μεταξύ 3.000 και 10.000 ευρώ. Παράλληλα, η απώλεια παραγωγικότητας λόγω απουσιών, χρόνιας αναπηρίας ή πρόωρης θνησιμότητας αγγίζει το 26% του συνολικού κόστους. Σύμφωνα με την ίδια, οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη επιβαρύνουν κατά 2,6 φορές περισσότερο το σύστημα υγείας σε σύγκριση με άτομα χωρίς διαβήτη, γεγονός που καθιστά επιτακτική την επένδυση στην πρόληψη και στη διαγνωστική και θεραπευτική διαχείριση της νόσου.
Αναφερόμενη στον Δημόσιο Πολιτικό Διάλογο, η κ. Καϊτελίδου τόνισε πως στόχος είναι «η Συν-διαμόρφωση μίας δέσμης ρεαλιστικών και βιώσιμων προτάσεων για τη βελτίωση της προσβασιμότητας των ασθενών στα σύγχρονα μοντέλα αποτελεσματικής διαχείρισης της νόσου». Περαιτέρω παρουσίασε τα βασικά συμπεράσματα που προέκυψαν, στα οποία καταγράφεται η ανάγκη προσανατολισμού των πολιτικών υγείας σε δύο βασικούς άξονες:
Πρώτος άξονας – Χρηματοδότηση και Δεδομένα:
- Αύξηση της χρηματοδότησης των ιατροτεχνολογικών προϊόντων για τον διαβήτη, με κριτήριο το συνολικό κόστος διαχείρισης της νόσου και των επιπλοκών της.
- Συστηματική ενίσχυση των διαδικασιών Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (HTA) και ευθυγράμμιση με τον νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2021/2282.
- Αναβάθμιση του υπάρχοντος μητρώου σε Εθνικό Αρχείο Καταγραφής Ασθενών με Διαβήτη, με ενσωμάτωση κλινικών και οικονομικών δεδομένων.
- Διερεύνηση δυνατότητας συμψηφισμού αξίας παροχών (δωρεάν συσκευών, εκπαίδευσης, υποστήριξης), ώστε το clawback να μετατραπεί σε εργαλείο κοινωνικής συνεισφοράς της βιομηχανίας.
Δεύτερος άξονας – Φροντίδα και εκπαίδευση στην κοινότητα:
- Αναβάθμιση του ρόλου των διαβητολογικών κέντρων και λειτουργία διεπιστημονικών ομάδων (ιατροί, νοσηλευτές, διατροφολόγοι, ψυχολόγοι, ποδολόγοι).
- Ενίσχυση του ρόλου του Νοσηλευτή Διαβήτη (Nurse Diabetes Educator), με στόχο τη βελτίωση της εκπαίδευσης και της υποστήριξης των ασθενών.
Ανεπαρκής χρηματοδότηση και clawback περιορίζουν την πρόσβαση των ασθενών στις νέες τεχνολογίες
Ο πρόεδρος του ΣΕΙΒ, κ. Δημήτρης Νίκας, παρουσίασε αναλυτικά στοιχεία για τη χρηματοδότηση της κατηγορίας Λ4 του ΕΟΠΥΥ, στην οποία υπάγονται τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα για τη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη. Όπως επισήμανε, η υποχρηματοδότηση της κατηγορίας περιορίζει ουσιαστικά την πρόσβαση των ασθενών σε τεχνολογίες που μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τη ρύθμιση της γλυκόζης και την ποιότητα ζωής. Η ανεπαρκής χρηματοδότηση, υπογράμμισε, ενισχύει τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών της νόσου και τελικά οδηγεί σε πολλαπλάσια αύξηση του κόστους θεραπείας. Το πρόβλημα αυτό αποτέλεσε κοινή διαπίστωση όλων των συμμετεχόντων στον Δημόσιο Πολιτικό Διάλογο.
Ο κ. Νίκας παρουσίασε στοιχεία για τις τρεις υποκατηγορίες της Λ4:
- Λ4α – Αναλώσιμα Συμβατικής Τεχνολογίας
- Λ4γ – Αντλίες Ινσουλίνης και Αναλώσιμα
- Λ4δ – Συστήματα Καταγραφής Γλυκόζης
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, ήδη από τον πρώτο μήνα εκκαθάρισης, το clawback σε όλες τις υποκατηγορίες ξεπερνά το 20%, με τάση να φτάσει ή και να υπερβεί το 40% έως το τέλος του 2025.
Για την κάλυψη των αναγκών, ο ΣΕΙΒ προτείνει την αύξηση του προϋπολογισμού του 2025 κατά τουλάχιστον 18 εκατ. ευρώ, κατανέμοντας:
- 5 εκατ. ευρώ στην υποκατηγορία Λ4α
- 6 εκατ. ευρώ στην Λ4γ
- 7 εκατ. ευρώ στην Λ4δ
Παράλληλα, ο ΣΕΙΒ προτείνει τη δημιουργία νέας υποκατηγορίας Λ4ε, με προϋπολογισμό 25 εκατ. ευρώ, για την αποζημίωση συστημάτων συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM) σε επιλεγμένες ομάδες ασθενών με διαβήτη τύπου 2. Η αναγκαιότητα των παρεμβάσεων αυτών, τόνισε ο κ. Νίκας, τεκμηριώνεται από ειδικά χαρακτηριστικά κάθε υποκατηγορίας:
- Στην περίπτωση της Λ4α (ταινίες σακχάρου), η δαπάνη επιβαρύνεται σημαντικά από τα υψηλά εμπορικά περιθώρια των καναλιών αποκλειστικής διανομής (φαρμακεία και φαρμακαποθήκες), τα οποία ευθύνονται για το 35% του clawback.
- Στην υποκατηγορία Λ4γ, η διείσδυση της θεραπείας με αντλίες ινσουλίνης παραμένει εξαιρετικά χαμηλή σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρά τα συντριπτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητά τους. Οι νέες τεχνολογίες, όπως τα αυτοματοποιημένα συστήματα έγχυσης ινσουλίνης, έχουν αποδειχθεί ότι οδηγούν σε εξοικονόμηση έως 32.000 ευρώ ανά ασθενή και προσφέρουν τουλάχιστον τρία επιπλέον χρόνια ζωής χωρίς επιπλοκές.
- Η Λ4δ, που αφορά τα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM), συνιστά απαραίτητο εργαλείο για την ορθή διαχείριση του διαβήτη, σύμφωνα με τις διεθνείς επιστημονικές κατευθυντήριες οδηγίες. Παρότι η χρήση τους είναι αναγκαία τόσο για τα άτομα με ΣΔ1 όσο και για όσους πάσχουν από ΣΔ2 και ακολουθούν εντατικοποιημένα θεραπευτικά σχήματα με ινσουλίνη, ο υφιστάμενος προϋπολογισμός δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση. Επιπλέον, η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες που δεν αποζημιώνουν τη χρήση των συστημάτων αυτών για τα άτομα με διαβήτη τύπου 2, ακόμη και όταν πληρούν τις ενδείξεις.
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο πρόεδρος του ΣΕΙΒ υπογράμμισε την ανάγκη να εγκαταλειφθεί ο μηχανισμός του clawback και πρότεινε:
- την αντικατάστασή του από ένα σύστημα αποζημίωσης βασισμένο στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας (Value-Based Healthcare – VBHC),
- και την εξαίρεση επενδυτικών δαπανών από τον υπολογισμό του clawback, όπως ήδη ισχύει για τα φάρμακα.
Οι σύγχρονες τεχνολογίες για τον διαβήτη είναι ανάγκη, όχι πολυτέλεια
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας (ΕΔΕ), κ. Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, ανέδειξε τη ζωτική σημασία της πρόσβασης των ατόμων με διαβήτη – ιδίως τύπου 1, αλλά και τύπου 2 – σε τεχνολογίες αιχμής όπως τα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM), οι αντλίες ινσουλίνης και τα συνδυασμένα συστήματα closed-loop. Όπως επισήμανε: «Η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία επισημαίνει τη ζωτική σημασία της πρόσβασης των ατόμων με ΣΔ, ιδίως τύπου 1 αλλά και τύπου 2, στις τεχνολογίες αιχμής όπως τα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM), οι αντλίες ινσουλίνης και τα συνδυασμένα συστήματα closed-loop. Αυτές οι τεχνολογίες δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαραίτητο εργαλείο στην εξατομικευμένη θεραπεία, στη μείωση των υπογλυκαιμιών και επιπλοκών, και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πασχόντων από τη νόσο.»
Η ΕΔΕ, σημείωσε ο κ. Μακρυλάκης, υποστηρίζει την επέκταση της αποζημίωσης των CGM και σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, με βάση επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά επιδημιολογικά και οικονομικά δεδομένα της χώρας.
Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της θεσμικής ενίσχυσης των διαδικασιών Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (ΑΤΥ), με τη συμμετοχή εξειδικευμένων επιστημόνων, ώστε να διασφαλίζονται βιώσιμες και ισότιμες παρεμβάσεις για τους ασθενείς. Υποστήριξε τη δημιουργία εθνικού μητρώου διαβήτη, την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας και των ασθενών, καθώς και τη θεσμική συμμετοχή των επιστημονικών εταιρειών στη λήψη αποφάσεων.
«Η ΕΔΕ στηρίζει τη δημιουργία εθνικού μητρώου διαβήτη, την εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας και ασθενών, καθώς και τη θεσμική συμμετοχή επιστημονικών εταιρειών στη λήψη αποφάσεων. Παραμένουμε στη διάθεση της Πολιτείας για επιστημονική συμβολή στις πολιτικές διαχείρισης του διαβήτη» τόνισε ο πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας.
Εκπαίδευση και αξιολόγηση, κλειδιά για την αξιοποίηση της τεχνολογίας στη διαχείριση του διαβήτη
Η Γενική Γραμματέας της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας, κ. Βασιλική Βασιλείου, υπογράμμισε την αυξανόμενη σημασία των ιατροτεχνολογικών προϊόντων νέας τεχνολογίας στη θεραπευτική αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη, σημειώνοντας ότι η αποτελεσματικότητά τους τεκμηριώνεται τόσο από τις κλινικές μελέτες όσο και από την εμπειρία της καθημερινής κλινικής πράξης. Όπως ανέφερε «Η συνεχώς αυξανόμενη ενσωμάτωση της χρήσης προϊόντων νέας τεχνολογίας στη θεραπευτική αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη, αναδεικνύει τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητά τους, γεγονός που προκύπτει από τα δεδομένα κλινικών μελετών αλλά και την συσσωρευμένη εμπειρία από τη χρήση τους στην καθημερινή κλινική πράξη.»
Η κ. Βασιλείου σημείωσε ότι, για την αποδοτικότερη αξιοποίηση αυτών των τεχνολογιών, είναι κρίσιμο να υπάρξει κατάλληλη εκπαίδευση τόσο των πασχόντων όσο και των επαγγελματιών υγείας. Ειδικότερα σχολίασε: «Για την αποδοτικότερη αξιοποίηση των προϊόντων Νέας Τεχνολογίας είναι σημαντική η εκπαίδευση των πασχόντων από ΣΔ και των επαγγελματιών υγείας στη χρήση τους, στο πλήρες εύρος των δυνατοτήτων τους, όπως η απομακρυσμένη παρακολούθηση, η δικτύωση των διεπιστημονικών ομάδων και η ανάπτυξη υπηρεσιών τηλε-συμβουλευτικής.»
Αναφερόμενη στις πρόσφατες εξελίξεις, η κ. Βασιλείου τόνισε ότι η επέκταση της αποζημίωσης των συστημάτων συνεχούς καταγραφής γλυκόζης και των αντλιών ινσουλίνης ήδη διευκολύνει την πρόσβαση, ωστόσο απαιτείται περαιτέρω θεσμική συνεργασία για αξιολόγηση και αποζημίωση. «Ήδη η διεύρυνση της αποζημίωσης σύγχρονων συστημάτων συνεχούς καταγραφής σακχάρου και συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης σε ασθενείς με ΣΔ1 και εγκύους με ΣΔ, εξασφαλίζει την καλύτερη προσβασιμότητα και αξιοποίησή τους. Η συνεργασία της ιατρικής κοινότητας με την πολιτεία στη διασφάλιση πρόσβασης σε αξιόπιστα προϊόντα μέσω αξιολόγησής τους και στον καθορισμό ενδείξεων αποζημίωσης, θα συμβάλει περαιτέρω στην καλύτερη σχέση κόστους - οφέλους» επισήμανε η κ. Βασιλείου.
Νίκας Δημήτρης, Πρόεδρος Συνδέσμου Επιχειρήσεων Ιατρικών και Βιοτεχνολογικών Προϊόντων (ΣΕΙΒ),
Καϊτελίδου Δάφνη, Καθηγήτρια, Τομέας Δημόσιας Υγείας, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΕΚΠΑ, Διευθύντρια Εργαστηρίου Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας, Πρόεδρος Οργανισμού Διασφάλισης της Ποιότητας στην Υγεία (Ο.ΔΙ.Π.Υ.),
Μακρυλάκης Κωνσταντίνος, MD, MPH, MSc, PhD, Πρόεδρος Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας (Ε.Δ.Ε), Καθηγητής Παθολογίας-Μεταβολικών Νοσημάτων, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική & Διαβητολογικό Κέντρο, Γ.Ν. «ΛΑΪΚΟ», Αθήνα,
Βασιλείου Βασιλική, Γενική Γραμματέας της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας, Ενδοκρινολόγος, Συντονίστρια-Διευθύντρια ΕΣΥ, Ενδοκρινολογικό Τμήμα-Διαβητολογικό Κέντρο, ΓΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, Αθήνα,
Δαραμήλας Χρήστος, Πρόεδρος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείων Συλλόγων Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη (Π.Ο.Σ.Σ.Α.Σ.ΔΙΑ.), Βιολόγος, υπ. Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ., MSc.,
Τσιακάλου Σοφία, Πρόεδρος Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη (ΕΛΟΔΙ)
Η πρόσβαση στην τεχνολογία είναι ζήτημα επιβίωσης για τους ασθενείς
Οι τοποθετήσεις των εκπροσώπων των συλλόγων ασθενών στον Δημόσιο Πολιτικό Διάλογο ανέδειξαν με έμφαση τις σοβαρές συνέπειες της υποχρηματοδότησης και του clawback για την καθημερινότητα των ατόμων με διαβήτη. Όπως τόνισαν, η πρόσβαση στα νέα ιατροτεχνολογικά προϊόντα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ποιότητα ζωής και την αποφυγή επιπλοκών και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια.
Ο Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Σ.Α.Σ.ΔΙΑ., κ. Χρήστος Δαραμήλας, επεσήμανε ότι η πρόσβαση στα νέα φάρμακα και στις νέες τεχνολογίες είναι κρίσιμη και για τους δύο τύπους διαβήτη, καθώς συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση χωρίς επιπλοκές: «Με τη χρήση των νέων τεχνολογιών θα επιτευχθεί η ποιοτική διαβίωσή μας χωρίς επιπλοκές.»
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι αυξήσεις στον προϋπολογισμό της κατηγορίας Λ4 του ΕΟΠΥΥ τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζονται πενιχρές, αφού καλύπτουν μόνο ένα μικρό ποσοστό των αναγκών. Όπως ανέφερε, λιγότερα από 90.000 άτομα με διαβήτη τύπου 1 και 2 λαμβάνουν σήμερα μηνιαία τα απαραίτητα ιατροτεχνολογικά προϊόντα μέσω ιατρικής συνταγογράφησης. Με βάση αυτά τα δεδομένα, χαρακτήρισε αβάσιμους τους ισχυρισμούς περί «στήριξης του διαβήτη» μέσω του υφιστάμενου προϋπολογισμού.
Καταλήγοντας, ο Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Σ.Α.Σ.ΔΙΑ., κάλεσε το Υπουργείο Υγείας να προχωρήσει άμεσα στην εκταμίευση των 37 εκατομμυρίων ευρώ που, σύμφωνα με τον ίδιο, περισσεύουν από τον ετήσιο προϋπολογισμό λόγω των διαπραγματεύσεων για τα Ιατροτεχνολογικά προϊόντα του ΕΚΠΥ και υπογράμμισε: «Πρέπει οι δεσμεύσεις του Υπουργού Υγείας άμεσα να γίνουν πραγματικότητα, διαθέτοντας τα 37 εκατομμύρια ευρώ που περισσεύουν από τον ετήσιο προϋπολογισμό του Υπουργείου για το 2025, εξαιτίας των διαπραγματεύσεων των Ι/Π του Ε.Κ.Π.Υ. Με μια Υπουργική Απόφαση, να μετακινηθούν απευθείας στη Λ4 κατηγορία του προϋπολογισμού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να μην περάσουν από οποιαδήποτε άλλη “διαχείριση”.»
Η ποιότητα ζωής να γίνει προτεραιότητα στο σύστημα υγείας
Η Πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη (ΕΛΟΔΙ), κ. Σοφία Τσιακάλου, αναφέρθηκε στις σοβαρές επιπτώσεις των πολιτικών clawback και rebate για τις εταιρείες που διαθέτουν καινοτόμα ιατροτεχνολογικά προϊόντα στην Ελλάδα. Τα μέτρα αυτά έχουν άμεση αντανάκλαση στην πρόσβαση των ασθενών σε σωτήριες τεχνολογίες σημείωσε η κ. Τσιακάλου και τόνισε: «Τα συνεχώς εξελισσόμενα ιατροτεχνολογικά προϊόντα δεν είναι πολυτέλεια για τους ασθενείς – είναι ζωτικής σημασίας για την καλή ρύθμιση του διαβήτη και την πρόληψη επιπλοκών.»
Η κ. Τσιακάλου υπογράμμισε ότι η χώρα μας οφείλει να αναπτύξει ένα σύστημα υγείας που να διασφαλίζει σταθερή, δίκαιη και βιώσιμη χρηματοδότηση, ώστε να μην καθυστερεί την υιοθέτηση τεχνολογιών που μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή των ασθενών. «Η Ελλάδα οφείλει να είναι χώρα πρώτης ταχύτητας στην υγειονομική φροντίδα των ασθενών με διαβήτη, υιοθετώντας σύγχρονες τεχνολογίες και διασφαλίζοντας σταθερή, δίκαιη και βιώσιμη χρηματοδότηση. Η πρόσβαση όλων των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη στις νέες θεραπείες είναι ένας από τους βασικούς στόχους της ΕΛΟΔΙ. Αξίζουμε ένα σύστημα υγείας που προτάσσει την ποιότητα ζωής και όχι την αναμονή στην πρόοδο» επισήμανε η Πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη.
Χρειάζονται λύσεις με κριτήριο τις ανάγκες των ασθενών
Ο Δημόσιος Πολιτικός Διάλογος που οργάνωσε ο ΣΕΙΒ με τη συνεργασία του ΕΚΠΑ κατέδειξε με σαφήνεια ότι η υποχρηματοδότηση, σε συνδυασμό με τη μηχανιστική εφαρμογή του clawback, υπονομεύει την πρόσβαση των ατόμων με διαβήτη στις απαραίτητες τεχνολογίες. Τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν τεκμηριώνουν ότι οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης δεν περιορίζονται στο ατομικό επίπεδο, αλλά επεκτείνονται και στο συνολικό κόστος για το σύστημα υγείας και την κοινωνία.
Οι τοποθετήσεις των συμμετεχόντων ανέδειξαν ως προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση βιώσιμων πολιτικών: την επαρκή χρηματοδότηση, την αξιολόγηση των τεχνολογιών, τη θεσμική συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων και –πάνω απ’ όλα– την τοποθέτηση των ασθενών στο επίκεντρο.
Η διαχείριση του διαβήτη αλλάζει ραγδαία. Αντίστοιχα πρέπει να αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα υγείας ανταποκρίνεται στις ανάγκες όσων ζουν με τη νόσο.









































