Η επάρκεια αίματος απαιτεί σταθερό εθνικό σχεδιασμό
Σημαντικές ελλείψεις αίματος που οδηγούν σε αναβολές προγραμματισμένων μεταγγίσεων ή σε χορήγηση μικρότερης ποσότητας αίματος από την ενδεδειγμένη καταγράφονται το τελευταίο διάστημα σε νοσοκομεία της χώρας.
Το πρόβλημα έγινε ιδιαίτερα έντονο το καλοκαίρι του 2026 και συνεχίστηκε στις αρχές Σεπτεμβρίου. Για τους ασθενείς με Θαλασσαιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο, το αίμα δεν αποτελεί μια έκτακτη ανάγκη, αλλά μέρος μιας θεραπείας που επαναλαμβάνεται σε σταθερά χρονικά διαστήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Ταυτόχρονα, η επάρκεια αίματος είναι κρίσιμη για τη λειτουργία των χειρουργείων, τις μεταμοσχεύσεις, τις ογκολογικές θεραπείες, την αντιμετώπιση σοβαρών αιμορραγιών και επειγόντων περιστατικών.
Η εποχική μείωση της προσέλευσης των αιμοδοτών εξηγεί μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Πίσω από τις επαναλαμβανόμενες ελλείψεις βρίσκονται χρόνιες αδυναμίες του συστήματος, όπως η ανεπαρκής βάση τακτικών εθελοντών αιμοδοτών, η διατήρηση της αιμοδοσίας αντικατάστασης, ο κατακερματισμός των Υπηρεσιών Αιμοδοσίας και οι δυσκολίες στην έγκαιρη καταγραφή και αναδιανομή των αποθεμάτων.
Η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Πασχόντων από Μεσογειακή Αναιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο έχουν καταγράψει το τελευταίο διάστημα αναβολές προγραμματισμένων μεταγγίσεων και χορήγηση μικρότερης ποσότητας αίματος από την ενδεδειγμένη σε Μονάδες Θαλασσαιμίας και Δρεπανοκυτταρικής Νόσου της χώρας, με μεγαλύτερη ένταση στην Αττική.
Σε αρκετές περιπτώσεις, ασθενείς έλαβαν μία μονάδα αίματος αντί για τις δύο ή τρεις που προέβλεπε το θεραπευτικό τους σχήμα, ενώ για άλλους η μετάγγιση αναβλήθηκε μέχρι να εξασφαλιστεί έστω μία μονάδα. Η υπομετάγγιση αναγκάζει τον ασθενή να επιστρέψει νωρίτερα στο νοσοκομείο, ενώ η αναβολή διαταράσσει τη θεραπευτική συνέχεια και μπορεί να επιβαρύνει την υγεία, τη λειτουργικότητα και την καθημερινότητά του.
Τη διάσταση του προβλήματος στις μεταμοσχεύσεις ανέδειξε και η έκκληση του καθηγητή Γενικής Χειρουργικής και Μεταμοσχεύσεων του ΕΚΠΑ, Γεώργιου Σωτηρόπουλου, ενόψει τριών μεταμοσχεύσεων ήπατος στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Ο καθηγητής προειδοποίησε ότι, εάν δεν εξασφαλίζονταν οι αναγκαίες μονάδες αίματος, υπήρχε κίνδυνος να μην πραγματοποιηθούν οι επεμβάσεις και να μην αξιοποιηθούν τα μοσχεύματα.
Ο Ελληνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων διευκρίνισε στη συνέχεια ότι μέχρι σήμερα δεν έχει χαθεί μόσχευμα λόγω έλλειψης αίματος και ότι οι μεταμοσχεύσεις καλύπτονται κατά προτεραιότητα, αναγνώρισε όμως τις δυσκολίες που προκαλεί η μειωμένη θερινή προσφορά.
Πόσες μονάδες αίματος χρειάζεται η Ελλάδα κάθε χρόνο;
Οι ετήσιες ανάγκες της χώρας ξεπερνούν τις 550.000 μονάδες αίματος και, σύμφωνα με διαφορετικές εκτιμήσεις, προσεγγίζουν τις 600.000. Από τους περίπου 4.000 ασθενείς με Θαλασσαιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο, σχεδόν 2.500 χρειάζονται τακτικές μεταγγίσεις, συνήθως κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες, ενώ εκτιμάται ότι για την κάλυψη των αναγκών τους απαιτούνται περίπου 110.000 έως 120.000 μονάδες τον χρόνο.
Ιδιαίτερα αυξημένες είναι οι απαιτήσεις στην Αττική, όπου λειτουργούν μεγάλα νοσοκομεία, εξειδικευμένες μονάδες και μεταμοσχευτικά κέντρα που εξυπηρετούν ασθενείς και από άλλες περιοχές. Σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση, οι ημερήσιες ανάγκες του Λεκανοπεδίου φθάνουν τις 1.100 έως 1.200 μονάδες, γεγονός που απαιτεί σταθερή προσέλευση αιμοδοτών και αποτελεσματική αναδιανομή των αποθεμάτων.
Περίπου το 70% του αίματος που συλλέγεται στη χώρα προέρχεται από εθελοντική αιμοδοσία, ενώ το υπόλοιπο 30% καλύπτεται από «αιμοδότες αντικατάστασης», δηλαδή από συγγενείς, φίλους ή άλλους ανθρώπους που κινητοποιούνται όταν ένας συγκεκριμένος ασθενής χρειάζεται αίμα.
Οι αιμοδότες αντικατάστασης προσφέρουν επίσης χωρίς αμοιβή και η συμβολή τους είναι πολύτιμη. Το πρόβλημα βρίσκεται στην εξάρτηση του συστήματος από αυτή την πρακτική. Όταν δεν υπάρχει επαρκές διαθέσιμο αίμα, η ευθύνη για την εξασφάλισή του μεταφέρεται ουσιαστικά στον ασθενή και στην οικογένειά του, που καλούνται να αναζητήσουν συγγενείς, φίλους ή συναδέλφους πρόθυμους και κατάλληλους να αιμοδοτήσουν, σε μια στιγμή κατά την οποία ήδη βρίσκονται αντιμέτωποι με την ασθένεια και την αγωνία της θεραπείας.
Η πρακτική αυτή δημιουργεί και ανισότητες. Δεν διαθέτουν όλοι οι ασθενείς το ίδιο οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο ούτε την ίδια δυνατότητα να κινητοποιήσουν ανθρώπους που μπορούν να αιμοδοτήσουν. Για τους πολυμεταγγιζόμενους ασθενείς, μάλιστα, η ανάγκη δεν είναι έκτακτη, αλλά επαναλαμβάνεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Η επάρκεια αίματος δεν μπορεί να εξαρτάται από το πόσους ανθρώπους μπορεί να κινητοποιήσει κάθε ασθενής, αλλά από μια σταθερή βάση τακτικών εθελοντών αιμοδοτών και από την ευθύνη ενός οργανωμένου συστήματος αιμοδοσίας.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει θέσει ως στόχο την κάλυψη των αναγκών από τακτικούς, εθελοντές και μη αμειβόμενους αιμοδότες και προτείνει τη σταδιακή απεξάρτηση από την οικογενειακή αιμοδοσία ή αιμοδοσία αντικατάστασης. Η σταθερή βάση τακτικών εθελοντών θεωρείται προϋπόθεση για ασφαλή και βιώσιμη επάρκεια αίματος.
Το έλλειμμα αυτάρκειας αποτυπώνεται και στην εισαγωγή περίπου 17.000 μονάδων αίματος τον χρόνο από τον Ελβετικό Ερυθρό Σταυρό, οι οποίες προορίζονται για ασθενείς με Θαλασσαιμία. Πρόκειται για μικρό μέρος των συνολικών αναγκών της χώρας, η εισαγωγή τους όμως δεν αποτελεί έκτακτο μέτρο, αλλά σταθερό μηχανισμό κάλυψης συγκεκριμένων αναγκών.
Το ζήτημα δεν αφορά την ποιότητα ή την ασφάλεια του εισαγόμενου αίματος. Αφορά το γεγονός ότι, παρά την πρόοδο της εθελοντικής αιμοδοσίας, η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται τόσο αιμοδότες αντικατάστασης όσο και εισαγόμενες μονάδες για να καλύψει τις ανάγκες της. Η ανάπτυξη μιας επαρκούς και σταθερής βάσης τακτικών εθελοντών αιμοδοτών παραμένει επομένως ζητούμενο.
Γιατί οι ελλείψεις κορυφώνονται το καλοκαίρι
Η θερινή περίοδος είναι σταθερά μία από τις δυσκολότερες για την αιμοδοσία. Οι διακοπές και η απομάκρυνση πολλών πολιτών από τον τόπο κατοικίας ή εργασίας τους περιορίζουν την προσέλευση των αιμοδοτών, ενώ μειώνονται και οι οργανωμένες αιμοδοσίες σε χώρους εργασίας, εκπαιδευτικά ιδρύματα και συλλογικούς φορείς. Οι υψηλές θερμοκρασίες μπορεί επίσης να δυσχεράνουν την προσέλευση, ενώ πρόσφατη νόσηση, λήψη ορισμένων φαρμάκων ή ταξίδι σε περιοχές για τις οποίες προβλέπεται προσωρινός αποκλεισμός από την αιμοδοσία μπορούν να μειώσουν περαιτέρω τον αριθμό των διαθέσιμων αιμοδοτών.
Πρόσθετα μέτρα ασφαλείας εφαρμόζονται σε περιοχές όπου καταγράφεται κυκλοφορία του ιού του Δυτικού Νείλου. Φέτος το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας έχει επανειλημμένα επικαιροποιήσει τα σχετικά μέτρα, τα οποία περιλαμβάνουν μοριακό έλεγχο των μονάδων από επηρεαζόμενες περιοχές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, προσωρινό αποκλεισμό αιμοδοτών.
Στην πίεση αυτή προστίθενται και οι ελλείψεις προσωπικού σε ορισμένες Υπηρεσίες Αιμοδοσίας, οι οποίες μπορούν να περιορίσουν τη δυνατότητα διοργάνωσης εξωτερικών αιμοληψιών και εξορμήσεων. Το 2026, η υποστελέχωση στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου οδήγησε σε μείωση κατά 50% των εξορμήσεων αιμοδοσίας. Το πρόβλημα μπορεί να γίνεται εντονότερο τη θερινή περίοδο, όταν οι υπάρχουσες ελλείψεις προσωπικού συμπίπτουν με τις καλοκαιρινές άδειες.
Την ίδια περίοδο, όμως, οι ανάγκες των νοσοκομείων δεν σταματούν. Οι τακτικές μεταγγίσεις συνεχίζονται, όπως και τα χειρουργεία, οι ογκολογικές θεραπείες, οι μεταμοσχεύσεις και η αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών.
Το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη δημιουργία μεγάλων αποθεμάτων πριν από το καλοκαίρι. Μετά την αιμοδοσία, το αίμα διαχωρίζεται στα επιμέρους συστατικά του, καθένα από τα οποία έχει περιορισμένο χρόνο διατήρησης. Τα συμπυκνωμένα ερυθρά διατηρούνται έως 35 ή 42 ημέρες, ανάλογα με το διάλυμα συντήρησης που χρησιμοποιείται, ενώ τα αιμοπετάλια μόλις πέντε ημέρες. Τα αποθέματα χρειάζονται επομένως συνεχή ανανέωση σε όλη τη διάρκεια του έτους.
Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν γιατί οι ελλείψεις γίνονται εντονότερες τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Δεν αρκούν όμως για να εξηγήσουν γιατί το ίδιο πρόβλημα επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Ακριβώς επειδή η θερινή κάμψη της αιμοδοσίας είναι προβλέψιμη, απαιτείται σχεδιασμός πριν τα αποθέματα φθάσουν σε οριακό σημείο και όχι μόνο έκτακτες εκκλήσεις όταν η έλλειψη έχει ήδη εκδηλωθεί.
Δεν αρκεί να συλλέγεται περισσότερο αίμα
Η επάρκεια δεν εξαρτάται μόνο από το πόσες μονάδες αίματος συλλέγονται, αλλά και από το αν το διαθέσιμο αίμα βρίσκεται στο κατάλληλο σημείο τη στιγμή που χρειάζεται. Ο περιορισμένος χρόνος ζωής των συστατικών του καθιστά την παρακολούθηση και την έγκαιρη αναδιανομή των αποθεμάτων εξίσου σημαντικές με τη συλλογή.
Μια μονάδα που πλησιάζει στη λήξη της μπορεί να βρίσκεται σε ένα νοσοκομείο όπου δεν υπάρχει άμεση ανάγκη, ενώ την ίδια στιγμή να είναι απαραίτητη σε ένα άλλο. Εφόσον υπάρχει έγκαιρη και κοινή εικόνα των αποθεμάτων, μπορεί να αναδιανεμηθεί πριν αχρηστευθεί. Χωρίς αυτή την εικόνα, είναι δυνατόν να συνυπάρχουν έλλειψη σε ένα νοσοκομείο και διαθέσιμες μονάδες σε κάποιο άλλο.
Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο στα αιμοπετάλια, λόγω του πολύ μικρού χρόνου διατήρησής τους. Παλαιότερη ελληνική μελέτη σε 21 νοσοκομεία, με δεδομένα του 2015, είχε καταγράψει σημαντικές απώλειες αιμοπεταλίων, με τη λήξη να αποτελεί τη συχνότερη καταγεγραμμένη αιτία απόρριψης. Οι ερευνητές είχαν επισημάνει ότι η κεντρική διαχείριση των αποθεμάτων θα μπορούσε να περιορίσει αυτές τις απώλειες.
Η κεντρική διαχείριση, όμως, δεν αφορά μόνο τη μεταφορά μονάδων που κινδυνεύουν να λήξουν. Επιτρέπει την παρακολούθηση των αποθεμάτων σε πραγματικό χρόνο ανά νοσοκομείο, συστατικό και ομάδα αίματος, την έγκαιρη αναγνώριση ελλείψεων και πλεονασμάτων και, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη της ζήτησης, την καλύτερη κατανομή του διαθέσιμου αίματος σε ολόκληρο το δίκτυο.
Η ανάγκη αυτή αναγνωρίζεται και από το ίδιο το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας. Στον σχεδιασμό του για σύστημα πρόβλεψης ζήτησης και βελτιστοποίησης αποθεμάτων προβλέπεται η παρακολούθηση των διαθέσιμων μονάδων και ο υπολογισμός των αναγκαίων αποθεμάτων ανά συστατικό του αίματος και Υπηρεσία Αιμοδοσίας. Ο υπολογισμός αυτός θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μεταβολές της ζήτησης.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της επάρκειας δεν περιορίζεται στο αν συλλέγονται αρκετές μονάδες. Αφορά και το αν οι μονάδες που έχουν ήδη συλλεχθεί αξιοποιούνται εγκαίρως και κατευθύνονται εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται.
Ζητούμενο η κεντρική διαχείριση του αίματος
Η ανάγκη για ενιαία εικόνα των αποθεμάτων είχε οδηγήσει ήδη από προηγούμενα χρόνια στην ανάπτυξη του ενιαίου πληροφοριακού συστήματος e-Delphyn, με στόχο την κεντρική ψηφιακή διαχείριση της αιμοδοσίας. Το σύστημα εγκαταστάθηκε στο Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας και τέθηκε σε λειτουργία σε έξι Υπηρεσίες Αιμοδοσίας της Αττικής, ενώ ο σχεδιασμός προέβλεπε τη σταδιακή επέκτασή του.
Η πορεία αυτή δεν συνεχίστηκε. Το Υπουργείο Υγείας προχώρησε μέσω της ΗΔΙΚΑ σε διαφορετικό έργο για την ψηφιακή αναβάθμιση των επιμέρους Νοσοκομειακών Υπηρεσιών Αιμοδοσίας. Η επιλογή προκάλεσε αντιδράσεις από εργαζομένους του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας και συλλόγους ασθενών, οι οποίοι έθεσαν ερωτήματα για τη διαλειτουργικότητα των νέων συστημάτων. Από την πλευρά του, ο Υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης υποστήριξε ότι το προηγούμενο σύστημα είχε παραμείνει σε πιλοτική λειτουργία και παρουσίαζε λειτουργικά προβλήματα.
Τον Μάιο του 2026 θεσμοθετήθηκε νέο Κεντρικό Πληροφοριακό Σύστημα Αιμοδοσίας, με το Υπουργείο Υγείας και το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας να έχουν την ευθύνη λειτουργίας του και την ΗΔΙΚΑ να αναλαμβάνει την τεχνική υλοποίηση. Ο σχεδιασμός προβλέπει τη διασύνδεσή του με τα πληροφοριακά συστήματα των Κέντρων Αίματος και των Νοσοκομειακών Υπηρεσιών Αιμοδοσίας, καθώς και τη μεταφορά στο νέο σύστημα των δεδομένων που τηρούνται ήδη στις υφιστάμενες υποδομές. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως πότε και πως το νέο σύστημα θα λειτουργήσει ολοκληρωμένα σε όλη τη χώρα.
Το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι ποιο λογισμικό θα επικρατήσει. Είναι πότε το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας θα διαθέτει σε πραγματικό χρόνο ενιαία εικόνα των αποθεμάτων ανά νοσοκομείο, συστατικό και ομάδα αίματος, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα ελλείψεις και πλεονάσματα και οι διαθέσιμες μονάδες να κατευθύνονται εκεί όπου χρειάζονται πριν αχρηστευθούν.
Από τις έκτακτες εκκλήσεις σε έναν σταθερό εθνικό σχεδιασμό
Η ουσιαστική αντιμετώπιση των ελλείψεων προϋποθέτει τη μετάβαση από την αποσπασματική κινητοποίηση σε ένα σύστημα που θα εξασφαλίζει σταθερή προσφορά και καλύτερη αξιοποίηση του διαθέσιμου αίματος. Κεντρικός στόχος πρέπει να είναι η πλήρης κάλυψη των αναγκών από εθελοντική αιμοδοσία και η σταδιακή απεξάρτηση τόσο από τους αιμοδότες αντικατάστασης όσο και από τις εισαγωγές.
Η Πολιτεία οφείλει να οργανώσει μια μόνιμη, κεντρική και πανελλαδική καμπάνια για την εθελοντική αιμοδοσία. Η ενημέρωση δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές δράσεις ή να ενεργοποιείται μόνον όταν τα αποθέματα έχουν ήδη μειωθεί. Χρειάζεται διάρκεια και συγκεκριμένη στόχευση, ώστε να προσελκύονται νέοι αιμοδότες και όσοι έχουν ήδη αιμοδοτήσει να ενθαρρύνονται να επιστρέφουν τακτικά.
Η καλλιέργεια εθελοντικής συνείδησης πρέπει να αρχίζει από το σχολείο. Η οργανωμένη ενημέρωση για την αιμοδοσία μπορεί να βοηθήσει στη διαμόρφωση πολιτών που κατανοούν τις ανάγκες των ασθενών και αντιμετωπίζουν την τακτική αιμοδοσία ως πράξη κοινωνικής ευθύνης και όχι μόνο ως αντίδραση όταν ένας συγγενής ή φίλος χρειαστεί αίμα.
Παράλληλα, η αιμοδοσία πρέπει να γίνει πιο προσιτή στον πολίτη. Χρειάζονται περισσότερες οργανωμένες αιμοδοσίες κοντά στον τόπο κατοικίας, εργασίας ή σπουδών, σταθερά εξωνοσοκομειακά σημεία και διευρυμένα ωράρια, ιδιαίτερα για τους εργαζομένους. Απαραίτητη είναι και η επαρκής στελέχωση των Υπηρεσιών Αιμοδοσίας, ώστε να μπορούν να οργανώνουν περισσότερες εξορμήσεις και να ανταποκρίνονται στις ανάγκες.
Εξίσου σημαντική είναι η καλύτερη αξιοποίηση του αίματος που έχει ήδη συλλεχθεί. Η ενιαία καταγραφή των αποθεμάτων, η έγκαιρη αναδιανομή των μονάδων και η πρόβλεψη των αναγκών μπορούν να περιορίσουν τόσο τις ελλείψεις όσο και τις απώλειες. Παράλληλα, η ορθολογική χρήση του αίματος από τα νοσοκομεία, με βάση επιστημονικά πρωτόκολλα, μπορεί να περιορίσει τις μη αναγκαίες μεταγγίσεις χωρίς να στερεί από κανέναν ασθενή τη θεραπεία που χρειάζεται.
Η επάρκεια αίματος δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν μια έκτακτη έκκληση θα κινητοποιήσει εγκαίρως τους πολίτες ούτε από το πόσους συγγενείς και φίλους μπορεί να κινητοποιήσει ένας ασθενής. Απαιτεί σταθερή πολιτική βούληση, εκπαίδευση, περισσότερους τακτικούς εθελοντές αιμοδότες και ένα οργανωμένο εθνικό σύστημα που θα γνωρίζει τις ανάγκες, θα προβλέπει τις περιόδους μειωμένης προσφοράς και θα κατευθύνει εγκαίρως το διαθέσιμο αίμα εκεί όπου χρειάζεται.






































