Θετικά δεδομένα για συνδυαστική θεραπεία σε ασθενείς με μελάνωμα

Το μελάνωμα αποτελεί την πιο επιθετική μορφή καρκίνου του δέρματος και ευθύνεται για τη μεγάλη πλειονότητα των θανάτων από αυτή την κατηγορία νεοπλασιών, παρότι εμφανίζεται λιγότερο συχνά από άλλους τύπους. Χαρακτηρίζεται από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των μελανοκυττάρων και, σε προχωρημένα στάδια, έχει υψηλή τάση για μετάσταση. Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα περιστατικά αυξάνονται διαχρονικά, με εκατοντάδες χιλιάδες νέες διαγνώσεις κάθε χρόνο.

Ιδιαίτερα απαιτητική παραμένει η αντιμετώπιση των ασθενών με μελάνωμα σταδίου III ή πλήρως εξαιρεθέντος σταδίου IV υψηλού κινδύνου μετά από πλήρη χειρουργική εξαίρεση, σύμφωνα με την ταξινόμηση AJCC 8ης έκδοσης. Παρότι μετά το χειρουργείο δεν υπάρχει κλινικά ανιχνεύσιμη νόσος, ο κίνδυνος υποτροπής παραμένει σημαντικός, καθώς είναι πιθανό να υπάρχει μικροσκοπική υπολειμματική νόσος που δεν μπορεί να ανιχνευθεί με τις διαθέσιμες εξετάσεις.

Νεότερα δεδομένα πενταετούς διάμεσης παρακολούθησης από τη μελέτη Φάσης 2b KEYNOTE-942/mRNA-4157-P201, τα οποία παρουσιάστηκαν σε πρόσφατη επιστημονική ενημέρωση, ενισχύουν τις προσδοκίες για καλύτερο έλεγχο της νόσου στους ασθενείς υψηλού κινδύνου. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά, ο συνδυασμός intismeran autogene (mRNA-4157 ή V940) με pembrolizumab (πεμπρολιζουμάμπη), μετά από πλήρη χειρουργική εξαίρεση, μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής ή θανάτου κατά 49% σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με pembrolizumab.

 

Η μελέτη KEYNOTE-942

Η KEYNOTE-942/mRNA-4157-P201 είναι μια συνεχιζόμενη, τυχαιοποιημένη, ανοικτού τύπου μελέτη Φάσης 2b, στην οποία εντάχθηκαν 157 ασθενείς με μελάνωμα σταδίου III ή πλήρως εξαιρεθέντος σταδίου IV υψηλού κινδύνου μετά από πλήρη χειρουργική εξαίρεση. Πρόκειται για ασθενείς με εξαιρέσιμο δερματικό μελάνωμα που είχε ήδη δώσει μετάσταση σε λεμφαδένα, γεγονός που τους κατέτασσε σε ομάδα αυξημένου κινδύνου υποτροπής.

Για να συμμετάσχουν στη μελέτη, οι ασθενείς έπρεπε να έχουν υποβληθεί σε πλήρη χειρουργική εξαίρεση εντός 13 εβδομάδων πριν από την έναρξη της θεραπείας και να είναι ελεύθεροι κλινικά ανιχνεύσιμης νόσου κατά την ένταξη, χωρίς ενδείξεις τοπικοπεριοχικής υποτροπής, απομακρυσμένων μεταστάσεων ή εγκεφαλικών μεταστάσεων. Απαραίτητη ήταν επίσης η ύπαρξη διαθέσιμου δείγματος όγκου, σταθεροποιημένου σε φορμόλη και εγκλεισμένου σε παραφίνη, κατάλληλου για γενετική ανάλυση, καθώς η θεραπευτική προσέγγιση κωδικοποιεί εξατομικευμένα νεοαντιγόνα που προκύπτουν από τις σωματικές μεταλλάξεις του όγκου κάθε ασθενούς. Οι συμμετέχοντες έπρεπε επιπλέον να έχουν καλή γενική κατάσταση, με δείκτη λειτουργικότητας 0 ή 1 κατά ECOG και φυσιολογική λειτουργία βασικών οργάνων και μυελού των οστών.

Οι ασθενείς κατανεμήθηκαν σε αναλογία 2 προς 1 ώστε να λάβουν είτε τον συνδυασμό intismeran autogene με pembrolizumab είτε pembrolizumab ως μονοθεραπεία. Το intismeran autogene χορηγήθηκε σε δόση 1 mg κάθε τρεις εβδομάδες για εννέα δόσεις, ενώ το pembrolizumab χορηγήθηκε σε δόση 200 mg κάθε τρεις εβδομάδες για έως 18 κύκλους, δηλαδή περίπου για ένα έτος, ή έως την υποτροπή της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η επιβίωση χωρίς υποτροπή, δηλαδή ο χρόνος από την πρώτη δόση του pembrolizumab έως την πρώτη υποτροπή, την εμφάνιση νέου πρωτοπαθούς μελανώματος ή τον θάνατο από οποιαδήποτε αιτία στον πληθυσμό με πρόθεση για θεραπεία. Στα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλαμβάνονται η επιβίωση χωρίς απομακρυσμένες μεταστάσεις και η ασφάλεια, ενώ διερευνητικά εξετάζονται βιολογικοί παράγοντες όπως το φορτίο μεταλλάξεων του όγκου και η συσχέτισή του με την κλινική έκβαση.

 

Δεδομένα πενταετούς παρακολούθησης

Με διάμεση παρακολούθηση πέντε ετών, ο συνδυασμός intismeran autogene με pembrolizumab διατήρησε το κλινικό του όφελος στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο. Η αναφερόμενη μείωση κατά 49% του κινδύνου υποτροπής ή θανάτου αποτυπώνεται ως σχετική μείωση κινδύνου και αντιστοιχεί σε λόγο κινδύνου περίπου 0,51 για την επιβίωση χωρίς υποτροπή. Με απλά λόγια, οι ασθενείς που έλαβαν τον συνδυασμό είχαν σημαντικά μικρότερη πιθανότητα να υποτροπιάσουν ή να καταλήξουν μέσα στο διάστημα παρακολούθησης σε σχέση με όσους έλαβαν μόνο pembrolizumab.

Η διάρκεια παρακολούθησης έχει ιδιαίτερη σημασία στις επικουρικές θεραπείες. Όταν ο στόχος είναι να μειωθεί η πιθανότητα επανεμφάνισης της νόσου μετά το χειρουργείο, η διατήρηση του οφέλους σε βάθος χρόνου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση της κλινικής αξίας μιας νέας στρατηγικής. Στα ίδια δεδομένα αναφέρεται ότι το προφίλ ασφάλειας του συνδυασμού παραμένει συνεπές με ό,τι είχε περιγραφεί στις προηγούμενες αναλύσεις της μελέτης.

 

Έρευνα και για άλλους τύπους όγκων

Η ερευνητική δραστηριότητα γύρω από την εξατομικευμένη νεοαντιγονική προσέγγιση επεκτείνεται πέρα από το μελάνωμα. Στο ίδιο πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης της εξατομικευμένης νεοαντιγονικής θεραπείας mRNA-4157 (V940) σε συνδυασμό με pembrolizumab περιλαμβάνεται μελέτη Φάσης 3 που αξιολογεί την επικουρική χορήγηση του συνδυασμού στο μελάνωμα (INTerpath-001), η οποία έχει ολοκληρώσει την ένταξη ασθενών. Παράλληλα, δύο μελέτες Φάσης 3 στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα αξιολογούν την ίδια συνδυαστική στρατηγική σε πλήρως εξαιρεθέντα ΜΜΚΠ και μετά από νεοεπικουρική θεραπεία με pembrolizumab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα.

Περαιτέρω, στο ίδιο κλινικό πρόγραμμα, έχει ολοκληρωθεί η ένταξη σε τυχαιοποιημένη μελέτη Φάσης 2 που αξιολογεί την επικουρική χορήγηση του ίδιου συνδυασμού στον νεφροκυτταρικό καρκίνο, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη μελέτες Φάσης 2 σε ασθενείς με εξαιρεθέντα μυοδιηθητικό και μη μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης. Παράλληλα, η ίδια θεραπευτική προσέγγιση διερευνάται και σε προχωρημένη νόσο, με μελέτες Φάσης 2 πρώτης γραμμής σε μεταστατικό μελάνωμα και σε μεταστατικό πλακώδη μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα.

Τα δεδομένα πενταετούς παρακολούθησης από τη μελέτη KEYNOTE-942/mRNA-4157-P201 ενισχύουν την έννοια ότι η συνδυασμένη αξιοποίηση εξατομικευμένων νεοαντιγονικών προσεγγίσεων με αναστολή του άξονα PD-1 μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τη φυσική πορεία της νόσου στο επικουρικό πλαίσιο. Ιδιαίτερα σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο υποτροπής μετά από πλήρη χειρουργική εξαίρεση, τα ευρήματα υποστηρίζουν τη βιολογική και κλινική λογική μιας πιο στοχευμένης ανοσολογικής παρέμβασης. Ωστόσο, μέχρι την ολοκλήρωση των μελετών Φάσης 3, η στρατηγική αυτή παραμένει υπό κλινική αξιολόγηση και δεν έχει ακόμη ενταχθεί στην καθιερωμένη θεραπευτική πρακτική.