Μόνο 1 στα 5 νέα καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας διαθέσιμο στην Ελλάδα
Η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη στην πρόσβαση σε νέα φάρμακα, παρά την πρόοδο της ιατρικής έρευνας και τις σημαντικές ανακαλύψεις στον τομέα της φαρμακευτικής καινοτομίας. Αυτό αποκαλύπτουν δύο πρόσφατες μελέτες που παρουσίασε ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), οι οποίες καταγράφουν τη χαμηλή διαθεσιμότητα αλλά και τον παρατεταμένο χρόνο έγκρισης και αποζημίωσης στη χώρα μας.
Καθυστέρηση σχεδόν δύο ετών από την έγκριση του EMA
Σύμφωνα με τη μελέτη Patients W.A.I.T. Indicator της EFPIA και της IQVIA, που καταγράφει εδώ και 20 χρόνια τη διαθεσιμότητα νέων φαρμάκων σε 36 ευρωπαϊκές χώρες, η φαρμακευτική καινοτομία φτάνει στους Έλληνες ασθενείς με όλο και μεγαλύτερη καθυστέρηση και σε μικρότερο εύρος.
- Λιγότερη φαρμακευτική καινοτομία φτάνει στην Ελλάδα: από τα 173 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) την περίοδο 2020–2023, μόλις 75 διατέθηκαν στην ελληνική αγορά. Την προηγούμενη τετραετία (2019–2022), είχαν διατεθεί 79 από τα 167 εγκεκριμένα φάρμακα — καταγράφεται δηλαδή σαφής υποχώρηση σε απόλυτους αριθμούς.
- Από τα 173 νέα φάρμακα, μόνο το 25% είναι πλήρως προσβάσιμα από τους Έλληνες ασθενείς. Ένα επιπλέον 18% διατίθεται με περιορισμούς (μέσω ΣΗΠ και ΙΦΕΤ), το 2% αποκλειστικά μέσω ιδιωτικής δαπάνης, ενώ το 55% δεν είναι καθόλου διαθέσιμο στη χώρα.
- Ο μέσος χρόνος που απαιτείται για την αποζημίωση των διαθέσιμων φαρμάκων στην Ελλάδα φτάνει τις 654 ημέρες από την ημερομηνία έγκρισης του EMA — δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια αναμονής. Ο χρόνος αυτός είναι κατά 67 ημέρες μεγαλύτερος (πάνω από δύο μήνες) σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο (2019–2022), όταν ήταν 587 ημέρες, και υπολείπεται κατά δυόμισι μήνες του ευρωπαϊκού μέσου όρου(578 ημέρες).
- Ειδικά στις κατηγορίες ογκολογικών και ορφανών φαρμάκων, η εικόνα είναι ακόμη πιο προβληματική:
- Για τα ογκολογικά φάρμακα, η διαθεσιμότητα μειώθηκε από 71% σε 59%, ενώ ο μέσος χρόνος αναμονής αυξήθηκε από 568 ημέρες το 2023 σε 657 ημέρες.
- Για τα ορφανά φάρμακα, η διαθεσιμότητα υποχώρησε από 41% σε 36%, με τον μέσο χρόνο να φτάνει τις 704 ημέρες, από 530 ημέρες το 2023 — δηλαδή 174 ημέρες περισσότερες, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη επιδείνωση μεταξύ όλων των θεραπευτικών κατηγοριών.
Ο ΣΦΕΕ αποδίδει αυτή τη συνολική εικόνα κυρίως στο υψηλό επίπεδο των υποχρεωτικών επιστροφών (clawback), καθώς και στον λεγόμενο κανόνα 5/11, σύμφωνα με τον οποίο ένα νέο φάρμακο μπορεί να υποβληθεί προς αποζημίωση στην Ελλάδα μόνο εφόσον αποζημιώνεται σε πέντε από έντεκα συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες. Οι παραπάνω παράγοντες περιγράφονται ως κύριες αιτίες μη διαθεσιμότητας και καθυστέρησης πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες (Root Causes of Unavailability and Delay), σύμφωνα με την ανάλυση του Συνδέσμου.
Μόνο το 1 στα 5 καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας είναι σήμερα διαθέσιμο στους Έλληνες ασθενείς
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα της δεύτερης μελέτης που παρουσιάστηκε από τον ΣΦΕΕ και εκπονήθηκε από την IQVIA, με αντικείμενο τη διαθεσιμότητα νέων φαρμάκων στην ελληνική αγορά κατά την περίοδο 2021–2024. Ειδικότερα, η μελέτη αποτυπώνει ότι:
- Από τα 178 νέα καινοτόμα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον EMA την περίοδο 2021–2024, μόνο 36 (20%) είναι σήμερα διαθέσιμα στην ελληνική αγορά (έως 31 Μαρτίου 2025) - δηλαδή, μόνο το 1 στα 5 καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας είναι σήμερα διαθέσιμο στους Έλληνες ασθενείς.
- Το ποσοστό αυτό είναι παρόμοιο με εκείνο της προηγούμενης χρονιάς, γεγονός που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά σταθερό και διατηρούμενο.
- Το 49% των νέων καινοτόμων φαρμάκων που εγκρίθηκαν από τον EMA την τελευταία τετραετία εκτιμάται ότι δεν θα φτάσει ποτέ στους Έλληνες ασθενείς, εξαιτίας του δυσμενούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος που δημιουργούν οι υποχρεωτικές επιστροφές και άλλοι περιορισμοί της αγοράς.
Όπως υπογραμμίζει ο ΣΦΕΕ, τα ευρήματα των δύο μελετών καταδεικνύουν την ανάγκη για άμεσες και συντονισμένες παρεμβάσεις, ώστε να μειωθεί η ανισότητα στην πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε νέες θεραπείες. Ο Σύνδεσμος θεωρεί κρίσιμες προτεραιότητες:
- την ενίσχυση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης,
- τον ουσιαστικό εξορθολογισμό των επιστροφών (clawback),
- τη βελτίωση της αξιολόγησης και αποζημίωσης των νέων φαρμάκων,
- καθώς και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη διασφάλιση ενός δίκαιου και βιώσιμου συστήματος φαρμακευτικής περίθαλψης.
H Αντιπρόεδρος Δ.Σ. ΣΦΕΕ του ΣΦΕΕ κα Έλενα Χουλιάρα, o Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ κ. Μιχάλης Χειμώνας, ο Πρόεδρος του ΣΦΕΕ κ. Ολύμπιος Παπαδημητρίου και ο Market Access Director του ΣΦΕΕ κ. Χρίστος Γεωργακόπουλος
Ο ΣΦΕΕ τονίζει ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς η επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλά η εξασφάλιση ισότιμης, καθολικής και έγκαιρης πρόσβασης για όλους τους ασθενείς — χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα, αλλά και χωρίς καθυστερήσεις που μπορεί να αποβούν κρίσιμες για την υγεία.
Αν θέλουμε να μιλάμε για βιώσιμο φαρμακευτικό σύστημα και έγκαιρη καθολική πρόσβαση για όλους τους Έλληνες ασθενείς, χρειάζονται περισσότερες πράξεις που φέρνουν αποτελέσματα και ουσιαστική δέσμευση, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σύνδεσμος.
Το ζήτημα της πρόσβασης στη φαρμακευτική καινοτομία δεν είναι απλώς τεχνικό ή οικονομικό — είναι βαθιά κοινωνικό και αφορά τελικά την ισότητα στη φροντίδα υγείας. Όταν τα νέα φάρμακα, που εγκρίνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθυστερούν ή δεν φτάνουν ποτέ στους ασθενείς, η πρόοδος της επιστήμης χάνει τον αντίκτυπό της στην πράξη. Η αποτύπωση του προβλήματος είναι σαφής — το ζητούμενο πλέον είναι αντίστοιχη πολιτική βούληση για τη λύση του.









































