Μπορούμε να γυρίσουμε στις δουλειές μας χωρίς τον φόβο του κορονοϊού;

Μπορεί η σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων να αφορά πλέον και στην επάνοδο των εργαζόμενων στην εργασία τους, όμως πολλά παραμένουν τα ερωτήματα για το εάν το μέτρο αυτό αφορά συνολικά στον εργαζόμενο πληθυσμό ή αν θα πρέπει να γίνει κάποιος διαχωρισμός αυτών και να ληφθούν ιδιαίτερα μέτρα  μέριμνας και προστασίας για τα ευπαθή άτομα.

Σχετικά με το θέμα αυτό δημοσιεύτηκε στις 26 Μαΐου στο επιστημονικό περιοδικό «New England Journal of Medicine» άρθρο για το κατά πόσον είναι ασφαλές να επιστρέψει κάποιος στην εργασία του κατά την περίοδο επανόδου στην κανονικότητα.

Οι γιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρία Γαβριατοπούλου, Ιωάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ), συνόψισαν τα κύρια ευρήματα της δημοσίευσης.

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με χρόνια νοσήματα όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση και η παχυσαρκία παρουσίασαν υψηλότερα ποσοστά θνητότητας κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Τα ποσοστά θνητότητας ήταν κάτω του 0,5% για ασθενείς μικρότερους των 50 ετών, 1,3% για ασθενείς 50-59 ετών και 3,6% για την ηλικιακή ομάδα 60 με 69 ετών. Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη είχαν 3 φορές υψηλότερη θνητότητα συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό. Τα δεδομένα σχετικά με τον επαγγελματικό κίνδυνο έκθεσης στον ιό παραμένουν ακόμη περιορισμένα, αναφέρουν οι τρεις καθηγητές.

Σχετικά με τους επαγγελματίες υγείας τα αναφερόμενα ποσοστά ανέρχονται στο 11%. Υψηλά ποσοστά μετάδοσης έχουν καταγραφεί και σε εργαζόμενους σε αεροδρόμια, οπωροπωλεία και σε άλλα επαγγέλματα όπου είναι δυσχερής η διατήρηση φυσικών αποστάσεων.

Έχει προταθεί υποβοηθητικά ένας αλγόριθμος από το Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου των ΗΠΑ (CDC) που διαχωρίζει τους εργαζόμενους σε υψηλού, ενδιάμεσου και χαμηλού κινδύνου με βάση την ηλικία τους και την ύπαρξη συννοσηροτήτων.

Για τους ασθενείς υψηλού ρίσκου πρέπει να εκτιμηθεί το ενδεχόμενο να διακόψουν παροδικά την εργασία τους ή να εργαστούν κατ’ οίκον κατόπιν συζήτησης με τον οικογενειακό τους γιατρό.

Προσθέτουν ότι η βέλτιστη στρατηγική για να προφυλαχθούν κατά το μέγιστο βαθμό οι εργαζόμενοι περιλαμβάνει τα εξής:

  • αναλυτική ενημέρωση σχετικά με τους ενδεχόμενους κινδύνους,
  • οικονομική στήριξη όσων δεν μπορούν να εργαστούν και
  • διασφάλιση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας.

Η τήρηση των μέτρων υγιεινής, η διενέργεια αυξημένου αριθμού τεστ και η συστηματική καταγραφή των επαγγελματικών εκθέσεων κρίνονται απαραίτητες προκειμένου να ενισχύσουν το επίπεδο ασφάλειας για τον επαγγελματικό πληθυσμό.