Εγκρίθηκε στην Ευρώπη νέο θεραπευτικό σχήμα για τον μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορήγησε στην Pierre Fabre Laboratoires έγκριση για το encorafenib σε συνδυασμό με cetuximab και FOLFOX, δηλαδή φθοριοουρακίλη, λευκοβορίνη και οξαλιπλατίνη, ως θεραπεία πρώτης γραμμής για ενήλικες ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου και μετάλλαξη BRAFV600E. Η έγκριση ακολουθεί τη θετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, η οποία είχε εισηγηθεί την επέκταση της ένδειξης του θεραπευτικού σχήματος.
Το encorafenib σε συνδυασμό με cetuximab είχε εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2020 για ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου και μετάλλαξη BRAFV600E, οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως συστηματική θεραπεία. Με τη νέα απόφαση, το θεραπευτικό σχήμα encorafenib, cetuximab και FOLFOX εγκρίνεται πλέον για χρήση στην πρώτη γραμμή θεραπείας. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς πρόκειται για τον πρώτο και μοναδικό εγκεκριμένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνδυασμό που περιλαμβάνει BRAF-στοχευμένη θεραπεία για τη συγκεκριμένη ένδειξη.
Στον μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου, η επιλογή της θεραπείας εξαρτάται όλο και περισσότερο από τα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου. Οι μεταλλάξεις του γονιδίου BRAF εκτιμάται ότι εμφανίζονται σε περίπου 8% έως 12% των ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου, με τη μετάλλαξη BRAFV600E να είναι η συχνότερη. Πρόκειται για μια μικρότερη αλλά κλινικά σημαντική υποομάδα, καθώς η συγκεκριμένη μετάλλαξη συνδέεται με πιο επιθετική νόσο, δυσμενέστερη πρόγνωση και μεγαλύτερη θεραπευτική δυσκολία. Επομένως, η ένταξη μιας BRAF-στοχευμένης προσέγγισης από την πρώτη γραμμή θεραπείας έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Pierre Fabre Laboratoires, Eric Ducournau, χαρακτηρίζει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το συγκεκριμένο θεραπευτικό σχήμα ως «σημαντικό ορόσημο, καθώς συμβάλλει στην κάλυψη μιας σημαντικής ανεκπλήρωτης ανάγκης για τους ασθενείς και τους ιατρούς, για τους οποίους οι θεραπευτικές επιλογές ήταν μέχρι τώρα περιορισμένες», ενώ παράλληλα υπογραμμίζει ότι «σηματοδοτεί την έγκριση της μοναδικής στοχευμένης θεραπείας στην ΕΕ για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών στο πλαίσιο της πρώτης γραμμής θεραπείας».
Η μελέτη BREAKWATER
Η έγκριση βασίζεται στα αποτελέσματα της μελέτης Φάσης 3 BREAKWATER. Πρόκειται για εν εξελίξει, ανοικτή, πολυκεντρική, παγκόσμια και τυχαιοποιημένη δοκιμή, η οποία αξιολογεί το encorafenib σε συνδυασμό με cetuximab, με ή χωρίς χημειοθεραπεία mFOLFOX6, έναντι χημειοθεραπείας με ή χωρίς bevacizumab, σε ασθενείς με προηγουμένως μη θεραπευμένο μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου και μετάλλαξη BRAFV600E. Η Pfizer είναι ο μοναδικός χορηγός της μελέτης.
Στην ανάλυση που υποστήριξε την έγκριση, το encorafenib αξιολογήθηκε σε συνδυασμό με cetuximab και mFOLFOX6 σε σύγκριση με χημειοθεραπεία με βάση την οξαλιπλατίνη, με ή χωρίς bevacizumab. Ο συνδυασμός πέτυχε στατιστικά σημαντική και κλινικά ουσιαστική βελτίωση στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου, με διάμεσο PFS 12,8 μήνες έναντι 7,1 μηνών, λόγο κινδύνου 0,53, 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,41 έως 0,68 και P<0,001.
Στατιστικά σημαντική βελτίωση καταγράφηκε και στο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης, το οποίο ήταν 60,9% έναντι 40,0% στην κύρια ανάλυση, με λόγο πιθανοτήτων 2,44, 95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,40 έως 4,25 και P<0,001. Στον συνολικό πληθυσμό, επιβεβαιωμένη αντικειμενική ανταπόκριση παρατηρήθηκε στο 65,7%των ασθενών που έλαβαν το σχήμα με encorafenib, cetuximab και mFOLFOX6, έναντι 37,4% στην ομάδα της χημειοθεραπείας με βάση την οξαλιπλατίνη, με ή χωρίς bevacizumab.
Στην ενδιάμεση ανάλυση για τη συνολική επιβίωση, το σχήμα με encorafenib έδειξε επίσης στατιστικά σημαντικό και κλινικά ουσιαστικό όφελος. Η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 30,3 μήνες έναντι 15,1 μηνών, με λόγο κινδύνου 0,49, 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,38 έως 0,63 και P<0,001. Το αποτέλεσμα αντιστοιχεί σε μείωση του κινδύνου θανάτου κατά 51%.
Η μελέτη κατέγραψε ως συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες στους ασθενείς που έλαβαν encorafenib σε συνδυασμό με cetuximab και mFOLFOX6 τη ναυτία (53,9%), την αναιμία (46,1%), τη διάρροια (41,8%), τη μειωμένη όρεξη (37,5%), τον έμετο (36,2%), τη μείωση των ουδετερόφιλων (34,1%), την αρθραλγία (31,5%) και το εξάνθημα (30,2%). Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 ή 4 εμφανίστηκαν στο 81,5% των ασθενών, ενώ ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 5 στο 4,3%.
Στους ασθενείς που έλαβαν χημειοθεραπεία με βάση την οξαλιπλατίνη, με ή χωρίς bevacizumab, οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η διάρροια (50,2%) και η ναυτία (49,8%). Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 ή 4 εμφανίστηκαν στο 66,8% των ασθενών και βαθμού 5 στο 4,4%. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα προφίλ ασφάλειας ήταν συμβατά με τα ήδη γνωστά προφίλ των επιμέρους φαρμάκων.
Η Nùria Perez-Cullel, Head of Medical, Patient, and Consumer Affairs στην Pierre Fabre Laboratoires, συνδέει τη νέα θεραπευτική επιλογή με την ανάγκη βελτίωσης της φροντίδας των ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου, μια νόσο της οποίας η συχνότητα συνεχίζει να αυξάνεται παγκοσμίως. Ειδικότερα, επισημαίνει ότι ο συνδυασμός αφορά ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου και μετάλλαξη BRAFV600E, για τους οποίους οι θεραπευτικές επιλογές είναι περιορισμένες.
«Συνεχίζουμε τις προσπάθειές μας στον τομέα της κλινικής ανάπτυξης, προκειμένου να συμβάλουμε στη διάθεση νέων στοχευμένων θεραπειών κατά του καρκίνου στους ασθενείς που τις χρειάζονται περισσότερο» αναφέρει η κ. Perez-Cullel.
Η επέκταση της ένδειξης στην πρώτη γραμμή θεραπείας ενισχύει και τη σημασία του έγκαιρου μοριακού ελέγχου στους ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου. Η ανίχνευση της μετάλλαξης BRAFV600E μπορεί πλέον να καθοδηγήσει την επιλογή μιας BRAF-στοχευμένης θεραπευτικής προσέγγισης ήδη από την αρχική αντιμετώπιση της μεταστατικής νόσου.





































