Η ογκολογική κοινότητα ζητά να εφαρμοστεί άμεσα το νέο πλαίσιο για τους βιοδείκτες
Στην ογκολογία, η επιλογή της κατάλληλης αγωγής ξεκινά συχνά πριν από την έναρξη της θεραπείας, από τον έλεγχο που δείχνει αν στον όγκο ανιχνεύονται βιοδείκτες που μπορούν να καθοδηγήσουν τη θεραπευτική απόφαση. Ο έλεγχος των βιοδεικτών δεν είναι απλώς μία ακόμη εργαστηριακή εξέταση. Αποτελεί βασικό εργαλείο που βοηθά τον γιατρό να επιλέξει την καταλληλότερη στοχευμένη θεραπεία ή ανοσοθεραπεία για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νόσου του.
Η ανάγκη για ένα σταθερό πλαίσιο αξιολόγησης, ένταξης και αποζημίωσης των βιοδεικτών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παροχή σύγχρονης, αποτελεσματικής και ισότιμης ογκολογικής φροντίδας. Το ζήτημα είχε αναδειχθεί με σαφήνεια ήδη από τον Νοέμβριο του 2024, όταν ο Γενικός Γραμματέας Στρατηγικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Υγείας, Άρης Αγγελής, παρουσίασε έναν οδικό χάρτη για τη διαμόρφωση μιας νέας εθνικής διαδικασίας. Ο σχεδιασμός προέβλεπε την κεντρική αξιοποίηση των βιοδεικτών ως εργαλείων για τη βελτίωση της κλινικής αποτελεσματικότητας και της οικονομικής αποδοτικότητας του ΕΣΥ, τη διερεύνηση της επίπτωσης στον προϋπολογισμό και τη διαμόρφωση δυναμικού νομοθετικού πλαισίου για την αποζημίωση και την τακτική ανανέωση της λίστας των αποζημιούμενων εξετάσεων.
Το επόμενο βήμα έγινε με την Υπουργική Απόφαση Δ3(α)41081/2025, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 5627/20-10-2025 και επικαιροποίησε τον κατάλογο των αποζημιούμενων βιοδεικτών. Τον Μάιο του 2026, ο ΕΟΠΥΥ ανακοίνωσε την έναρξη διαδικασίας διαπραγμάτευσης με ιδιωτικά διαγνωστικά εργαστήρια Παθολογοανατομίας ή/και Βιολογικών Υλικών, διαπιστευμένα από το ΕΣΥΔ για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εξετάσεων.
Μέχρι στιγμής, η δυνατότητα εξέτασης βιοδεικτών υπάρχει, αλλά η πρόσβαση δεν είναι ενιαία για όλους τους ασθενείς. Ορισμένες εξετάσεις καλύπτονται από παλαιότερο πλαίσιο αποζημίωσης, ενώ η νέα διευρυμένη λίστα βιοδεικτών που προβλέπει η Υπουργική Απόφαση δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί πλήρως στην πράξη.
Το κρίσιμο ζήτημα, πλέον, είναι η εφαρμογή του νέου πλαισίου. Σύμφωνα με την Εταιρεία Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ), η ενεργοποίηση της Υπουργικής Απόφασης αναμένεται να δώσει πρόσβαση σε περίπου 23.000 ασθενείς με διαφορετικά νεοπλάσματα σε εξετάσεις απαραίτητες για την ορθή θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου τους. Όσο η διαδικασία καθυστερεί, η θεσμική πρόοδος δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πραγματική δυνατότητα πρόσβασης για τους ασθενείς.
Η εφαρμογή του νέου πλαισίου για τους βιοδείκτες
Η ανάγκη να επιταχυνθεί η εφαρμογή της Υπουργικής Απόφασης για τους βιοδείκτες βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου που οργάνωσε την Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026 η ΕΟΠΕ, φέρνοντας στο ίδιο τραπέζι εκπροσώπους των παθολόγων ογκολόγων, του ΕΟΠΥΥ, της φαρμακοβιομηχανίας, των παθολογοανατόμων, των ασθενών και του συστήματος διαπίστευσης.
Στη συζήτηση συμμετείχαν οι Εμμανουήλ Σαλούστρος, Αριστοτέλης Μπάμιας και Μιχάλης Λιόντος από την ΕΟΠΕ, ο Σπυρίδων Γούλας, προϊστάμενος της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού του ΕΟΠΥΥ, η Έλενα Χουλιάρα, αντιπρόεδρος του ΣΦΕΕ, ο Ελευθέριος Ελευθεριάδης, αντιπρόεδρος της ΕΕΠΑ, η Παρασκευή Μιχαλοπούλου, αντιπρόεδρος της ΕΛΛΟΚ, και η Εύη Πούλιου από το ΕΣΥΔ. Η συζήτηση ανέδειξε ότι η Ιατρική Ακριβείας δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξη καινοτόμων θεραπειών, αλλά και από την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση στις εξετάσεις που οδηγούν σε αυτές.
Οι εκπρόσωποι των παθολόγων ογκολόγων επισήμαναν ότι η ΕΟΠΕ υποδέχθηκε θετικά την επικαιροποίηση του καταλόγου των αποζημιούμενων βιοδεικτών και τη θεσμοθέτηση μιας διαδικασίας τακτικής αξιολόγησης και ένταξης νέων εξετάσεων στο μέλλον.Ωστόσο, όπως τονίστηκε στη συζήτηση, η αξία της θεσμικής αυτής αλλαγής θα κριθεί από την ταχύτητα με την οποία θα περάσει στην καθημερινή κλινική πράξη, καθώς η ολοκλήρωση των διαδικασιών που θα επιτρέψουν τη συνταγογράφηση και αποζημίωση των νέων βιοδεικτών παραμένει ζητούμενο.
Μέχρι να ενεργοποιηθεί το νέο πλαίσιο, η πρόσβαση στις κρίσιμες αυτές μοριακές εξετάσεις θα εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από ενδιάμεσες λύσεις, πρωτοβουλίες φορέων ή προγράμματα δωρεάν εξέτασης. Όσοι ασθενείς δεν καλύπτονται από τέτοιες δυνατότητες μπορεί να καθυστερούν τον αναγκαίο μοριακό έλεγχο ή να επιβαρύνονται οι ίδιοι με το κόστος της εξέτασης. Η ΕΟΠΕ και η φαρμακοβιομηχανία έχουν υποστηρίξει από το 2015 κλινικά προγράμματα που επέτρεψαν σε περισσότερα από 3.500 άτομα με καρκίνο να λάβουν χρήσιμες πληροφορίες για τη μοριακή ταυτοποίηση της νόσου τους. Όμως, όπως υπογραμμίστηκε, η μακροπρόθεσμη και ισότιμη πρόσβαση δεν μπορεί να βασίζεται σε έκτακτες πρωτοβουλίες. Χρειάζεται σταθερό, διαφανές και προβλέψιμο σύστημα αξιολόγησης, αποζημίωσης και χρηματοδότησης.
Από την πλευρά του ΕΟΠΥΥ εκφράστηκε η αισιοδοξία ότι η διαπραγμάτευση με τους παρόχους θα ολοκληρωθεί σύντομα, ώστε να ενεργοποιηθεί το νέο σύστημα και να μετατραπεί η θεσμική πρόβλεψη σε πραγματικό όφελος για τους ασθενείς.
Ανάγκη να διασφαλιστεί η αξιοπιστία των εξετάσεων
Η ταχύτητα εφαρμογής, ωστόσο, δεν είναι η μόνη προϋπόθεση. Εξίσου κρίσιμο ζήτημα είναι η ποιότητα των εξετάσεων και η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων, καθώς από αυτά μπορεί να εξαρτηθεί η θεραπευτική απόφαση για έναν ασθενή με καρκίνο.
Στη συζήτηση τονίστηκε ότι οι εξετάσεις βιοδεικτών πρέπει να πραγματοποιούνται από εργαστήρια που εφαρμόζουν τεκμηριωμένες διαδικασίες ποιότητας, διαθέτουν κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, χρησιμοποιούν επικυρωμένες μεθόδους και συμμετέχουν σε εξωτερικά προγράμματα ποιοτικού ελέγχου. Η λειτουργία τους με βάση πρότυπα διαπίστευσης από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης αποτελεί βασική παράμετρο για την αξιοπιστία, τη συγκρισιμότητα και την ταχύτητα των αποτελεσμάτων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ανάγκη να υποστηριχθεί η διαπίστευση των εργαστηρίων των δημόσιων νοσοκομείων που διαχειρίζονται μεγάλο αριθμό ασθενών με καρκίνο. Η ενίσχυση αυτών των εργαστηρίων δεν αφορά μόνο την τεχνική επάρκεια του συστήματος, αλλά και την ισότητα στην πρόσβαση. Ένας ασθενής θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε ποιοτικούς βιοδείκτες ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του, το νοσοκομείο στο οποίο παρακολουθείται ή τη δυνατότητά του να αναζητήσει λύσεις εκτός δημόσιου συστήματος.
Στο ίδιο πλαίσιο αναδείχθηκε και ο ρόλος των παθολογοανατόμων. Η σωστή διαχείριση του βιολογικού υλικού, η καταλληλότητα του δείγματος και η ορθολογική επιλογή των εξετάσεων αποτελούν κρίσιμα στάδια πριν ακόμη φτάσει το αποτέλεσμα στον ογκολόγο. Όπως επισημάνθηκε, η ποιότητα της μοριακής διάγνωσης αρχίζει από την προαναλυτική φάση, γι’ αυτό και η εργασία των παθολογοανατόμων πρέπει να αναγνωρίζεται και να αποζημιώνεται επαρκώς.
Ο ρόλος των παθολόγων ογκολόγων στη συνταγογράφηση
Ένα ακόμη πρακτικό ζήτημα που αναδείχθηκε αφορά τη συνταγογράφηση των βιοδεικτών. Οι εκπρόσωποι της ΕΟΠΕ επανέλαβαν τη θέση ότι οι εξετάσεις πρέπει να συνταγογραφούνται από τις ιατρικές ειδικότητες που έχουν την ευθύνη της θεραπευτικής απόφασης και αξιοποιούν άμεσα τα αποτελέσματα στην κλινική πράξη.
Για τους συμπαγείς όγκους, σύμφωνα με την ΕΟΠΕ, η ευθύνη αυτή ανήκει στους παθολόγους ογκολόγους, οι οποίοι έχουν τη συνολική ευθύνη του θεραπευτικού σχεδιασμού και της επιλογής της κατάλληλης εξατομικευμένης θεραπείας με βάση τα διεθνή επιστημονικά δεδομένα.
Η θέση αυτή συνδέεται με τον ίδιο τον ρόλο των βιοδεικτών στην ογκολογική φροντίδα. Η εξέταση δεν αποτελεί μια αποσπασματική διαγνωστική πράξη, αλλά μέρος της θεραπευτικής διαδρομής του ασθενούς, καθώς το αποτέλεσμά της μπορεί να καθορίσει την επιλογή της επόμενης θεραπείας.
Κρίσιμοι οι βιοδείκτες για ασθενείς και σύστημα υγείας
Η αποζημίωση των βιοδεικτών δεν αφορά μόνο την προσθήκη νέων εξετάσεων στο σύστημα υγείας. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα κατευθύνει τους πόρους του προς τις θεραπείες που έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να ωφελήσουν τον ασθενή.
Στην Ιατρική Ακριβείας ένας προβλεπτικός βιοδείκτης μπορεί να δείξει αν ένας ασθενής είναι πιθανότερο να ανταποκριθεί σε μια συγκεκριμένη θεραπευτική επιλογή. Έτσι, η θεραπεία δεν επιλέγεται μόνο με βάση τη διάγνωση, αλλά και με βάση τα μοριακά χαρακτηριστικά της νόσου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου πολλές στοχευμένες θεραπείες και ανοσοθεραπείες έχουν υψηλό κόστος. Η έγκαιρη πρόσβαση στους κατάλληλους βιοδείκτες μπορεί να περιορίσει τη χορήγηση θεραπειών χωρίς την απαραίτητη μοριακή τεκμηρίωση και να βοηθήσει ώστε οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθύνονται στους ασθενείς που είναι πιθανότερο να ωφεληθούν.
Το επιχείρημα αυτό είχε αποτυπωθεί και στον οδικό χάρτη που παρουσίασε ο Άρης Αγγελής τον Νοέμβριο του 2024. Η ανάλυση δεν εξέταζε μόνο τη δαπάνη για την εισαγωγή νέων βιοδεικτών στο ΕΣΥ, αλλά και την πιθανή περιστολή κόστους από τη χρήση τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Αγγελής, η βασική εκτίμηση δαπάνης για 24.026 ασθενείς ανερχόταν σε περίπου 7,7 εκατ. ευρώ, ενώ η ελάχιστη εκτίμηση ήταν 5 εκατ. ευρώ και η μέγιστη 11,1 εκατ. ευρώ. Στα παραδείγματα που παρουσιάστηκαν, η χρήση βιοδείκτη για την κατεύθυνση θεραπευτικής επιλογής σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα συνδεόταν με πιθανή περιστολή κόστους 11,6 εκατ. ευρώ σε βάθος τριετίας, με δαπάνη περίπου 600.000 ευρώ. Αντίστοιχα, σε έναν σχετικά μη συχνό γυναικολογικό καρκίνο, η πιθανή περιστολή κόστους υπολογιζόταν στα 9,5 εκατ. ευρώ σε βάθος τριετίας, με δαπάνη περίπου 1,2 εκατ. ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά υποστηρίζουν γιατί η αποζημίωση των βιοδεικτών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως πρόσθετη δαπάνη. Όταν η εξέταση βοηθά να επιλεγεί η θεραπεία με τη μεγαλύτερη πιθανότητα οφέλους για τον συγκεκριμένο ασθενή, μειώνεται ο κίνδυνος μη ορθολογικής χρήσης ακριβών θεραπειών και οι πόροι του συστήματος μπορούν να κατευθύνονται πιο στοχευμένα εκεί όπου υπάρχει πραγματική προοπτική κλινικού οφέλους.
Η Ιατρική Ακριβείας κρίνεται στην πράξη
Η εφαρμογή της Υπουργικής Απόφασης για τους βιοδείκτες αποτελεί πλέον το επόμενο κρίσιμο βήμα. Το θεσμικό πλαίσιο έχει διαμορφωθεί, η διαδικασία διαπραγμάτευσης με τους παρόχους έχει ξεκινήσει και η ανάγκη να περάσει στην πράξη είναι επείγουσα.
Η πρόκληση, όμως, δεν εξαντλείται στην ενεργοποίηση της σημερινής λίστας. Η Ιατρική Ακριβείας εξελίσσεται διαρκώς και οι βιοδείκτες που καθοδηγούν τη θεραπευτική επιλογή αλλάζουν μαζί με τα επιστημονικά δεδομένα. Γι’ αυτό το σύστημα υγείας χρειάζεται έναν σταθερό αλλά και ευέλικτο μηχανισμό, που θα μπορεί να αξιολογεί έγκαιρα νέους βιοδείκτες, να τους εντάσσει στην αποζημίωση και να ανανεώνει τη λίστα χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις.
Εξίσου σημαντική είναι η ισότιμη πρόσβαση, η οποία δεν διασφαλίζεται μόνο με την αποζημίωση μιας εξέτασης. Προϋποθέτει ποιοτικά και διαπιστευμένα εργαστήρια, με ενισχυμένο ρόλο των δημόσιων νοσοκομείων που διαχειρίζονται μεγάλο αριθμό ασθενών με καρκίνο. Μόνο έτσι ο τόπος κατοικίας ή το θεραπευτικό κέντρο παρακολούθησης δεν θα καθορίζουν την πρόσβαση του ασθενούς σε ποιοτικό μοριακό έλεγχο.
Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι απλώς να αποζημιωθούν περισσότερες εξετάσεις. Είναι να διαμορφωθεί ένα αξιόπιστο, προβλέψιμο και λειτουργικό σύστημα που θα επιτρέπει στους ασθενείς με καρκίνο να έχουν έγκαιρη πρόσβαση στη σωστή εξέταση, σε αξιόπιστο εργαστήριο και τελικά στην καταλληλότερη θεραπεία.






































