Ειρήνη Αγαπηδάκη: Μέσω του εμβολιασμού, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας μπορεί σχεδόν να εξαλειφθεί σε 10 χρόνια
Η πρόληψη ως ακρογωνιαίος λίθος της δημόσιας υγείας τέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης «Unlocking Health Potential: The Critical Role of Prolepsis», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 10ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, εκπρόσωποι της φαρμακοβιομηχανίας και των ασθενών συνομίλησαν για την αξία του προσυμπτωματικού ελέγχου, του εμβολιασμού και της πρόσβασης στα δεδομένα υγείας.
Η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας, κα Ειρήνη Αγαπηδάκη, ανέδειξε τη δυναμική των εθνικών προγραμμάτων πρόληψης, με έμφαση στον HPV. Όπως δήλωσε, «το πρόγραμμα για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας μέσω των προσυμπτωματικών εξετάσεων και του εμβολιασμού για τον ιό HPV μπορεί σε 10 χρόνια να εξαλείψει σχεδόν τα νέα περιστατικά καρκίνου της μήτρας που οφείλονται στον HPV, τα οποία είναι η συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων».
Η κα Αγαπηδάκη αναφέρθηκε επίσης στην εμβολιαστική κάλυψη στη χώρα, τονίζοντας πως «η χώρα μας έχει μία από τις καλύτερες καλύψεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την εποχική γρίπη, το 75% των ανθρώπων άνω των 60 ετών έχει εμβολιαστεί, ενώ την ίδια στιγμή έχει ανέβει σημαντικά το ποσοστό εμβολιασμού στους επαγγελματίες της Υγείας».
Απαντώντας σε σχόλιο του συντονιστή της συζήτησης, κ. Κυριάκου Σουλιώτη, Καθηγητή και Κοσμήτορα της Σχολής Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, η υπουργός υπογράμμισε πως ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας υγείας δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αντιθετικά. «Στην Ελλάδα έχουμε έναν αναπτυγμένο ιδιωτικό τομέα υγείας, θα ήταν κουτό να τον αποκλείσουμε. Στόχος μας είναι να παρέχουμε τη δαπάνη ώστε οι πολίτες να έχουν δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας δημόσιες ή ιδιωτικές. Όλους τους ιδιώτες γιατρούς σε νησιά και μικρούς τόπους θα τους αποκλείσουμε; Σοβιετία είμαστε;», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η κα Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μίλησε για την πρόοδο που έχει σημειωθεί στον τομέα του προσυμπτωματικού ελέγχου, χαρακτηρίζοντας τη σημερινή κατάσταση ως «επανάσταση στον τομέα της πρόληψης μέσω του μαζικού προσυμπτωματικού ελέγχου για τον ιό HPV». Τόνισε επίσης πως «η εμβολιαστική κάλυψη έχει βελτιωθεί σημαντικά μετά την πανδημία».
Από την πλευρά της φαρμακοβιομηχανίας, η κα Βασίλεια Παπαγιαννοπούλου, Governmental Affairs & Market Access Director της GSK Ελλάδος, επικεντρώθηκε στα οφέλη του εμβολιασμού όχι μόνο για την υγεία αλλά και για την οικονομία. Όπως είπε, «στη GSK πιστεύουμε πως ο εμβολιασμός είναι, και οικονομικά, από τις πιο σημαντικές πολιτικές δημόσιας υγείας. Υπολογίζεται πως 3 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη θα μπορούσαν να σωθούν μέσω του εμβολιασμού το 2019. Ενώ, σε παγκόσμιo επίπεδο, ο εμβολιασμός προλαμβάνει 3 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως και μπορεί να αποδώσει μακροπρόθεσμα έως και 19 φορές το κόστος του». Στη συνέχεια υπογράμμισε την ανάγκη για συνοχή στη στρατηγική: «Νομίζω πρέπει να οικοδομήσουμε μια εθνική στρατηγική εμβολιασμού. Οι καλές μεμονωμένες πρωτοβουλίες πρέπει να υλοποιηθούν με ενιαίο και συνεκτικό τρόπο».
Το ζήτημα της παχυσαρκίας ως χρόνιας νόσου και μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας έθεσε ο κ. Σπύρος Φιλιώτης, Αντιπρόεδρος και Γενικός Διευθυντής της Φαρμασέρβ-Λίλλυ. Όπως ανέφερε, «μιλάμε για μία νόσο με τεράστια εξάπλωση. Προσπαθούμε να βρίσκουμε αποτελεσματικές θεραπείες. Επιτέλους έχουμε και στην Ελλάδα αποτελεσματικά και ασφαλή φάρμακα για το θέμα. Για παράδειγμα αυτό της Lilly: μία ένεση μια φορά την εβδομάδα, που προσφέρει πάνω από 20% απώλεια βάρους». Τόνισε δε πως «αν καταφέρουμε να θεραπεύσουμε έναν αριθμό ασθενών, θα αποφύγουμε πολλά στο μέλλον. Προφανώς η άσκηση, η σωστή διατροφή και ο υγιεινός τρόπος ζωής θα είναι πάντα ο πρώτος τρόπος αντιμετώπισης, αλλά για ορισμένους ανθρώπους αυτό δεν θα αρκεί».
Τέλος, ο κ. Νίκος Δέδες, Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Ασθενών, στάθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας και της συμμετοχής των πολιτών. Όπως σημείωσε, «έως πριν λίγα χρόνια η Ελλάδα ήταν ουραγός στην Ευρώπη στη χρηματοδότηση της δημόσιας υγείας. Αυτό άλλαξε. Θέλουμε, ως Ένωση, να συμπληρωθεί αυτό με τη μεγαλύτερη πρόσβαση όλων στα δεδομένα υγείας. Η αξιοποίηση των δεδομένων είναι ένα σημαντικό ζήτημα πολιτικής δημόσιας υγείας. Η συμμετοχή των ασθενών στη διαμόρφωση των πολιτικών υγείας το ίδιο. Είναι κάτι στο οποίο πρέπει να προοδεύσουμε».









































