Ελληνικές μελέτες για την αιδοιοκολπική καντιντίαση επιβεβαιώνουν τη δράση του βορικού οξέος
Η αιδοιοκολπική καντιντίαση (VVC) είναι μία από τις πιο συχνές – αλλά και πιο ενοχλητικές – γυναικολογικές λοιμώξεις των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία. Ο έντονος κνησμός, το κάψιμο και η ερυθρότητα μπορούν να διαταράξουν σημαντικά την καθημερινότητα, ενώ οι συχνές υποτροπές προκαλούν απογοήτευση και ανασφάλεια.
Στις περισσότερες περιπτώσεις η λοίμωξη οφείλεται στον μύκητα Candida albicans, ωστόσο τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξανόμενη εμφάνιση λοιμώξεων από μη-albicans είδη, όπως Candida glabrata και Candida parapsilosis, τα οποία συχνά είναι πιο ανθεκτικά στα συνήθη αντιμυκητιασικά φάρμακα.
Δύο νέες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα μας καταγράφουν σημαντικά δεδομένα για την επιδημιολογία και τα μικροβιολογικά χαρακτηριστικά της νόσου, αναδεικνύοντας τον ρόλο του βορικού οξέος ως ασφαλούς και αποτελεσματικής επιλογής, ακόμη και σε ανθεκτικές ή υποτροπιάζουσες μορφές της λοίμωξης.
Νέα επιδημιολογικά και μικροβιολογικά δεδομένα
Όπως επισημαίνει η Δρ. Σταυρούλα Αντωνοπούλου, Ιατρός Βιοπαθολόγος – Κλινική Μικροβιολόγος και Διδάκτωρ Ιατρικής Μυκητολογίας του ΕΚΠΑ, οι δύο πρόσφατες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα φέρνουν στο προσκήνιο νέα δεδομένα για την επιδημιολογία και τα μικροβιολογικά χαρακτηριστικά της αιδοιοκολπικής καντιντίασης (VVC), καθώς και για τη δράση του βορικού οξέος απέναντι στα στελέχη του μύκητα Candida.
Επιδημιολογική καταγραφή σε 1.300 γυναίκες
Η πρώτη μελέτη, επιδημιολογικού χαρακτήρα, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα την περίοδο 2019–2021 και περιέλαβε 1.300 γυναίκες με συμπτώματα ύποπτα για αιδοιοκολπική καντιντίαση. Η ανάλυση των περιστατικών έδειξε ότι:
- 18 % των γυναικών διαγνώστηκαν με επιβεβαιωμένη VVC,
- 5 % εμφάνισαν υποτροπιάζουσα μορφή (RVVC),
- ενώ 8 % παρουσίασαν μικτές λοιμώξεις με περισσότερα του ενός είδη Candida.
Η ταυτοποίηση των στελεχών πραγματοποιήθηκε με τεχνολογία MALDI-ToF MS, που εξασφαλίζει υψηλή ακρίβεια στην αναγνώριση των ειδών Candida. Τα ευρήματα επιβεβαίωσαν ότι, πέρα από το Candida albicans, σημαντικό ποσοστό λοιμώξεων οφείλεται σε μη-albicans είδη, όπως Nakaseomyces glabratus και Candida parapsilosis, τα οποία συνδέονται συχνότερα με ανθεκτικότητα ή υποτροπές.
Η μελέτη προσφέρει για πρώτη φορά μια ολοκληρωμένη εικόνα της VVC στον ελληνικό πληθυσμό και αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες, τεκμηριωμένες θεραπείες.
Μικροβιολογική μελέτη για τη δράση του βορικού οξέος
Η δεύτερη μελέτη είχε μικροβιολογικό χαρακτήρα και επικεντρώθηκε στη διερεύνηση των στελεχών Candida που απομονώθηκαν, προκειμένου να αξιολογηθεί η αντιμυκητιασική ευαισθησία και να καθοριστούν τοπικά επιδημιολογικά όρια (ECOFFs). Πραγματοποιήθηκε στο εργαστήριο MycoLab στην Αθήνα, το οποίο ειδικεύεται στη μυκητολογική διάγνωση, την περίοδο 2019–2021, σε δείγμα 1.300 γυναικών με συμπτώματα ύποπτα για αιδοιοκολπική καντιντίαση.
Η επιβεβαίωση των περιστατικών έγινε με άμεση μικροσκόπηση νωπού παρασκευάσματος και καλλιέργεια των στελεχών Candida spp., ενώ η ταυτοποίησή τους πραγματοποιήθηκε με τεχνολογία MALDI-ToF MS, που εξασφαλίζει υψηλή ακρίβεια στην αναγνώριση των ειδών.
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε έλεγχος αντιμυκητιασικής ευαισθησίας (Antifungal Susceptibility Testing – AFST) βάσει του διεθνώς αποδεκτού προτύπου EUCAST E.Def 7.4, το οποίο επιτρέπει την εκτίμηση της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) κάθε δραστικής ουσίας. Εξετάστηκαν συνολικά οκτώ δραστικές ουσίες, ανάμεσά τους οι συστηματικά και τοπικά χορηγούμενες αζόλες (όπως φλουκοναζόλη και εκοναζόλη), καθώς και το βορικό οξύ, που χρησιμοποιείται ευρέως σε υποτροπιάζουσες μορφές της λοίμωξης.
Όπως επισημαίνει η Δρ. Αντωνοπούλου, τα αποτελέσματα καταχωρήθηκαν σε βάση δεδομένων και αναλύθηκαν στατιστικά για την εξαγωγή τοπικών επιδημιολογικών ορίων (ECOFFs). Παράλληλα, συσχετίστηκαν με κλινικά δεδομένα και με την προηγούμενη έκθεση των ασθενών σε αντιμυκητιασικά φάρμακα, ώστε να συνδεθούν τα εργαστηριακά ευρήματα με πραγματικά κλινικά περιστατικά.
Η μελέτη έδειξε ότι το βορικό οξύ διατήρησε 100 % δραστικότητα έναντι όλων των στελεχών Candida, ανεξαρτήτως είδους ή προηγούμενης έκθεσης σε φαρμακευτικούς παράγοντες. Η απουσία διασταυρούμενης αντοχής με τις αζόλες και το γεγονός ότι το βορικό οξύ δεν απορροφάται συστηματικά το καθιστούν ασφαλές, εύχρηστο και αποτελεσματικό, ιδιαίτερα σε ανθεκτικές ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις που δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στις κλασικές θεραπείες.
Ο ρόλος του βορικού οξέος στη θεραπευτική πρακτική
Τα αποτελέσματα των ελληνικών μελετών επιβεβαιώνουν ότι το βορικό οξύ αποτελεί μια τεκμηριωμένη, αποτελεσματική και ασφαλή επιλογή για τη θεραπεία της αιδοιοκολπικής καντιντίασης, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι κλασικές αγωγές δεν αποδίδουν. Η καταγεγραμμένη 100 % δραστικότητα απέναντι σε όλα τα στελέχη Candida και η απουσία φαινοτύπων αντοχής υπογραμμίζουν τη σταθερή αντιμυκητιασική του δράση και ενισχύουν τη θέση του στη σύγχρονη κλινική πράξη.
Σε αντίθεση με τις αζόλες – που αποτελούν τη συχνότερη θεραπευτική επιλογή αλλά συνδέονται με αυξανόμενα ποσοστά μειωμένης ευαισθησίας, ιδίως στα μη-albicans είδη – το βορικό οξύ δεν παρουσιάζει διασταυρούμενη αντοχή.
Η δράση του είναι τοπική και μη συστηματική, γεγονός που περιορίζει τις παρενέργειες και καθιστά δυνατή τη χρήση του ακόμη και σε υποτροπιάζουσες λοιμώξεις ή σε γυναίκες που χρειάζονται επαναλαμβανόμενα σχήματα αγωγής.
Η διεθνής βιβλιογραφία έχει τεκμηριώσει τη δραστικότητα του βορικού οξέος σε λοιμώξεις από Candida glabrata και άλλα μη-albicans είδη, με υψηλά ποσοστά επιτυχίας. Η ελληνική μικροβιολογική μελέτη προσθέτει περαιτέρω αποδείξεις, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή αποτελεσματικότητά του και την αξία του ως εναλλακτικής επιλογής σε ανθεκτικές μορφές της νόσου.
Οι δύο ελληνικές μελέτες προσφέρουν πολύτιμη γνώση για την επιδημιολογία και τη θεραπευτική αντιμετώπιση της αιδοιοκολπικής καντιντίασης, επιβεβαιώνοντας ότι η επιστημονικά τεκμηριωμένη τοπική θεραπεία μπορεί να κάνει τη διαφορά στην πρόληψη και την υποτροπή.
Η χρήση σκευασμάτων με βορικό οξύ αναδεικνύεται σε πρακτική και ασφαλή λύση για τις γυναίκες που αναζητούν αποτελεσματική ανακούφιση χωρίς φαρμακευτική επιβάρυνση, προσφέροντας ένα επιπλέον όπλο απέναντι σε μια λοίμωξη που παραμένει ενοχλητικά συχνή.
Η καινοτόμος σειρά Eva Intima Mycosis της InterMed
Η πρακτική αξιοποίηση των ευρημάτων για τη δράση του βορικού οξέος αποτυπώνεται στη σειρά Eva Intima Mycosis της ελληνικής εταιρείας InterMed, η οποία έχει σχεδιαστεί για τον έλεγχο και την ανακούφιση των μυκητιασικών λοιμώξεων της ευαίσθητης περιοχής.
Το Eva Intima Mycosis Ovules είναι ιατροτεχνολογικό προϊόν με βασικό συστατικό το βορικό οξύ, συνδυασμένο με tea tree oil και γαλακτικό οξύ. Ο συνδυασμός αυτός δρα πολυπαραγοντικά καθώς:
- αναστέλλει τη δράση των μυκήτων Candida μέσα σε 48 ώρες,
- συμβάλλει στην εξισορρόπηση του κολπικού pH και
- βοηθά στην αποκατάσταση της φυσιολογικής χλωρίδας.
Η σύνθεση είναι εμπλουτισμένη με εκχύλισμα χαμομηλιού και πανθενόλη, που προσφέρουν άμεση ανακούφιση από το αίσθημα καύσου και τον ερεθισμό, προστατεύοντας τον ευαίσθητο κολπικό βλεννογόνο. Χάρη στη μη συστηματική απορρόφηση του βορικού οξέος και στην ήπια, φυσική του δράση, το προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά ή προληπτικά, σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων επεισοδίων ή μετά τη φαρμακευτική αγωγή.
Η σειρά Eva Intima Mycosis περιλαμβάνει επίσης cleansing foam, cleansing fluid και intimate spray, που ενισχύουν τη συνολική φροντίδα της ευαίσθητης περιοχής και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με τα ωοειδή για πιο ολοκληρωμένη αντιμετώπιση και πρόληψη των μυκητιασικών λοιμώξεων.










































