Ο καρκίνος του πνεύμονα βλάπτει σοβαρά την ψυχική υγεία
Ο καρκίνος του πνεύμονα παραμένει μια από τις πιο δύσκολες διαγνώσεις, όχι μόνο για το σώμα αλλά και για την ψυχή. Ο φόβος, η αβεβαιότητα, η ανασφάλεια για το μέλλον και οι αλλαγές στην καθημερινότητα συνθέτουν ένα βαρύ συναισθηματικό φορτίο που συχνά μένει στο περιθώριο της ιατρικής φροντίδας.
Αυτό το δυσδιάκριτο, αλλά κρίσιμο ζήτημα αναδεικνύει η φετινή ετήσια έκθεση του οργανισμού Lung Cancer Europe (LuCE), η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα και αποτελεί τη μεγαλύτερη διεθνή έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί έως σήμερα σχετικά με τον ψυχολογικό και συναισθηματικό αντίκτυπο του καρκίνου του πνεύμονα.
Η έκδοση του 2025 είναι η δέκατη ετήσια έκθεση του LuCE. Τα τελευταία δέκα χρόνια το δίκτυο καταγράφει την εμπειρία ζωής με καρκίνο του πνεύμονα στην Ευρώπη, από το στίγμα και την πρόσβαση στη θεραπείαμέχρι την επιβίωση και την ποιότητα ζωής. Φέτος το επίκεντρο είναι η ψυχική υγεία στην ογκολογική φροντίδα, με συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής και παρεμβάσεις για προσιτή και εξατομικευμένη ψυχολογική υποστήριξη σε ασθενείς και φροντιστές.
Τα πορίσματα της έκθεσης
Τα αποτελέσματα της έκθεσης παρουσίασε στην Ελλάδα η FairLife L.C.C., ενεργό μέλος του LuCE, που τα τελευταία χρόνια αναδεικνύει με συνέπεια τη σημασία της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης για τα άτομα με καρκίνο του πνεύμονα.
Η 10η ετήσια έκθεση του LuCE βασίζεται σε πάνω από 2.200 απαντήσεις – 1.709 ασθενείς και 495 φροντιστές – από 31 ευρωπαϊκές χώρες, φωτίζοντας πώς βιώνουν τη νόσο όσοι ζουν με αυτήν και όσοι τους στηρίζουν. Όπως τόνισε η Debra Montague, Πρόεδρος του οργανισμού, ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκαν τόσοι πολλοί άνθρωποι, από τόσες πολλές χώρες, να μιλούν για το συναισθηματικό φορτίο του καρκίνου του πνεύμονα. Η κα Montague υπογράμμισε ότι «η σιωπή γύρω από τον ψυχολογικό αντίκτυπο του καρκίνου του πνεύμονα έχει κρατήσει πολύ» και επισήμανε πως πραγματική πρόοδος «δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν στηρίξουμε τον άνθρωπο πίσω από τη διάγνωση».
Το ψυχολογικό βάρος της διάγνωσης
Η πλειονότητα των συμμετεχόντων (61,16%) ανέφερε ότι η διάγνωση είχε σημαντική επίπτωση στην ψυχική τους υγεία. Ο μεγαλύτερος συναισθηματικός φόβος ήταν η αποτυχία της θεραπείας ή η εξέλιξη της νόσου (76,71%). Το πιο επιβαρυντικό στάδιο ήταν η ανακοίνωση της διάγνωσης (63,62%), ακολουθούμενη από τη διαχείριση παρενεργειών (45,52%). Καταγράφηκαν υψηλά επίπεδα έντονης θλίψης (43,97%), αισθήματος παγίδευσης (24,68%) και απελπισίας ή αναξιότητας (21,16%).
Συνολικά, εννέα στους δέκα βίωσαν συναισθηματικές δυσκολίες που επηρέασαν την καθημερινότητά τους, ενώ 46,31% δήλωσαν ότι αυτές οι δυσκολίες διατάρασσαν συχνά ή συνεχώς τη ζωή τους. Πίσω από αυτά τα ποσοστά υπάρχει μια καθαρή αλήθεια. Η ψυχολογική διάσταση της νόσου είναι αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας του καρκίνου του πνεύμονα και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι ασθενείς ανταποκρίνονται στη θεραπεία και στη ζωή μετά τη διάγνωση.
Διαταραχές ψυχικής υγείας: κατάθλιψη και άγχος
Περίπου 23,04% των συμμετεχόντων ανέφερε διάγνωση κατάθλιψης. Από αυτούς, 23,31% διαγνώστηκε μετά τη διάγνωση καρκίνου του πνεύμονα και 43,14% πριν από αυτήν, ενώ ένα επιπλέον 15,18% χωρίς επίσημη διάγνωση αντιλαμβανόταν ότι πάσχει από κατάθλιψη.
Για την αγχώδη διαταραχή, 21,24% των συμμετεχόντων είχε σχετική διάγνωση. Από αυτούς, 29,45%διαγνώστηκε μετά τη διάγνωση καρκίνου και 57,24% είχε προϋπάρχον άγχος. Επιπλέον, 15,65% χωρίς επίσημη διάγνωση αντιλαμβανόταν ότι πάσχει από άγχος.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ψυχική ευαλωτότητα δεν είναι περιστασιακή και συχνά προϋπάρχει. Η εμπειρία της νόσου λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αυτών των δυσκολιών και κάνει ακόμη πιο αναγκαία τη συστηματική υποστήριξη σε κάθε στάδιο της φροντίδας.
Υποστήριξη και τρόποι διαχείρισης
Η μεγάλη πλειονότητα (94,08%) έλαβε στήριξη από το περιβάλλον της και 82,51% δήλωσε ικανοποιημένη. Ωστόσο, 65,54% ένιωσε ότι οι οικείοι δεν κατανοούσαν πλήρως την κατάστασή τους και 41,09% δεν είχαν πάντα βοήθεια όταν τη χρειάζονταν. Ένα 26,45% σπάνια ή ποτέ δεν μοιραζόταν τα συναισθήματά του.
Κρίσιμο εύρημα είναι η έλλειψη επαγγελματικής ψυχολογικής βοήθειας. Οι μισοί συμμετέχοντες δεν έλαβαν ψυχολογική υποστήριξη, ενώ 65,88% δεν ενημερώθηκαν για ομάδες ή οργανώσεις στήριξης. Επιπλέον, 41,34%θεώρησε ότι η θεραπευτική ομάδα δεν παρείχε επαρκή συναισθηματική στήριξη και 39,44% δεν εξέφραζε τις συναισθηματικές δυσκολίες στο ιατρικό προσωπικό.
Τι ενισχύει την ψυχική ανθεκτικότητα των ασθενών
Σύμφωνα με την έκθεση, ο σημαντικότερος παράγοντας για την ψυχική υγεία των ασθενών είναι η διατήρηση μιας αίσθησης κανονικότητας (53,29%). Ακολουθεί ο υγιεινός τρόπος ζωής (49,45%) και η στήριξη από οικεία πρόσωπα (45,47%).
Η εικόνα που αναδύεται είναι ξεκάθαρη. Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση, αλλά αποτέλεσμα ενός δικτύου σχέσεων, φροντίδας και πληροφόρησης που επιτρέπει στον ασθενή να σταθεί όρθιος απέναντι στη νόσο.
Η ελληνική διάσταση της έρευνας
Η Ελλάδα συμμετείχε στην πανευρωπαϊκή έρευνα με 146 απαντήσεις από ασθενείς και φροντιστές, αριθμό που συγκεντρώθηκε με την υποστήριξη της FairLife L.C.C., ενεργού μέλους του LuCE.
Στη χώρα μας η ψυχολογική υποστήριξη των ογκολογικών ασθενών παραμένει περιορισμένη. Οι δημόσιες δομές ψυχοογκολογίας είναι ελάχιστες και η φροντίδα συχνά παρέχεται αποσπασματικά, κυρίως μέσα από πρωτοβουλίες συλλόγων ασθενών ή εθελοντών επαγγελματιών υγείας.
Η FairLife L.C.C. τα τελευταία χρόνια φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη για ψυχοκοινωνική στήριξη μέσα από καμπάνιες ενημέρωσης, συνεργασίες με επιστημονικούς φορείς και δράσεις όπως το καινοτόμο πρόγραμμα BREATH. Ο φορέας προωθεί την ιδέα μιας ολιστικής φροντίδας που να αγκαλιάζει τόσο το σώμα όσο και την ψυχή του ασθενή.
Οι προτάσεις του LuCE
Η 10η έκθεση του LuCE δεν περιορίζεται στην καταγραφή της ψυχικής επιβάρυνσης των ασθενών. Αποτελεί μια πρόσκληση για δράση και αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο τα συστήματα υγείας προσεγγίζουν τον καρκίνο του πνεύμονα. Η ψυχική υγεία πρέπει να ενσωματωθεί ουσιαστικά στην ογκολογική φροντίδα και να αντιμετωπίζεται ως αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας.
Η έκθεση καλεί τις αρχές υγείας και τους φορείς χάραξης πολιτικής να αναγνωρίσουν την ψυχολογική υποστήριξη ως θεμελιώδες δικαίωμα κάθε ασθενούς και να διασφαλίσουν ότι οι υπηρεσίες αυτές θα είναι προσβάσιμες και προσαρμοσμένες στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου.
Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη οι επαγγελματίες υγείας να εκπαιδεύονται ώστε να ενδυναμώνουν τους ασθενείς και να τους παρέχουν σαφείς, αξιόπιστες πληροφορίες που βοηθούν στη διαχείριση της νόσου και της συναισθηματικής ευεξίας.
Το μήνυμα είναι καθαρό. Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο με ποσοστά επιβίωσης, αλλά και με την ικανότητα των συστημάτων υγείας να στηρίζουν τον άνθρωπο πίσω από τη διάγνωση.









































