Προχωρά η κατάρτιση του νέου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο

Το 2011 τέθηκε σε εφαρμογή το προηγούμενο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο, όμως οι δράσεις του σταμάτησαν πριν από το τέλος του 2012, εν μέσω των δημοσιονομικών περικοπών της περιόδου. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η Ελλάδα ξεκινά και πάλι την προσπάθεια για ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τη νόσο.

Η νέα προσπάθεια πέρασε στην ουσιαστική της φάση τη Δευτέρα 31 Αυγούστου, με την πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας που συγκρότησε το Υπουργείο Υγείας για την εκπόνηση του σχεδίου. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να καταγραφούν όσα ήδη γίνονται, αλλά να συνδεθούν οι υφιστάμενες παρεμβάσεις και οι επόμενες προτεραιότητες σε έναν ενιαίο οδικό χάρτη, με συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους, χρονοδιαγράμματα και μηχανισμούς παρακολούθησης και αξιολόγησης.

Η πορεία προς το νέο σχέδιο είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Τον Οκτώβριο του 2024 το Υπουργείο Υγείας και το ΕΚΠΑ υπέγραψαν προγραμματική συμφωνία για την εκπόνηση Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο, με χρονικό ορίζοντα 2024–2028. Τον Οκτώβριο του 2025 ακολούθησε ανακοίνωση πρόθεσης χρηματοδότησης για την εκπόνησή του, ενώ στις αρχές του 2026 το Υπουργείο προανήγγειλε τη συγκρότηση Ομάδας Εργασίας και τη δέσμευση χρηματοδότησης από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων 2026–2030, διατηρώντας τη συνεργασία με το ΕΚΠΑ.

 

Η Ομάδα Εργασίας

Στην 25μελή Ομάδα Εργασίας συμμετέχουν εκπρόσωποι της Πολιτείας, της ιατρικής, επιστημονικής, ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας, καθώς και των ασθενών. Τον συντονισμό έχει αναλάβει η Γενική Γραμματέας Δημόσιας Υγείας Χριστίνα-Μαρία Κράββαρη, με αναπληρωτή συντονιστή τον πρόεδρο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου, Γιώργο Καπετανάκη.

Η Ομάδα καλείται να διαμορφώσει τις βασικές κατευθύνσεις της εθνικής πολιτικής για τον καρκίνο, να θέσει συγκεκριμένους στόχους και δείκτες για την παρακολούθησή τους και να προτείνει λύσεις σε θεσμικά, διοικητικά ή επιχειρησιακά εμπόδια που μπορεί να δυσκολεύουν την εφαρμογή των παρεμβάσεων. Οι εισηγήσεις της δεν είναι δεσμευτικές, καθώς η τελική απόφαση ανήκει στον υπουργό Υγείας.

Το χρονοδιάγραμμα για την εκπόνηση του σχεδίου είναι δεκάμηνο. Η Ομάδα Εργασίας θα συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά τον μήνα και μέσα στους πρώτους τέσσερις μήνες καλείται να υποβάλει ενδιάμεση έκθεση προόδου. Στο τέλος του δεκαμήνου προβλέπεται η παράδοση του τελικού Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο, μαζί με τις παραμέτρους παρακολούθησης της εφαρμογής του.

Η θητεία της Ομάδας έχει οριστεί σε ένα έτος, με δυνατότητα ανανέωσης για ακόμη ένα. Στο έργο της μπορούν επίσης να συνεισφέρουν διεθνείς εμπειρογνώμονες και εκπρόσωποι ευρωπαϊκών φορέων και οργανισμών, ενώ κατά την εκπόνηση του σχεδίου θα αξιοποιηθεί η γνώση και η εμπειρία ευρύτερου κύκλου φορέων και ειδικών.

Στον σχεδιασμό του Υπουργείου Υγείας περιλαμβάνεται και η συγκρότηση Εθνικού Συμβουλίου Καρκίνου. Η δημιουργία του είχε προβλεφθεί ήδη στο Ετήσιο Σχέδιο Δράσης του Υπουργείου για το 2024, ενώ από το 2023 είχε ανακοινωθεί ότι θα εισηγείται πολιτικές για την ογκολογική φροντίδα. Σύμφωνα με τον νεότερο σχεδιασμό, προβλέπεται να έχει και ρόλο στην παρακολούθηση της εφαρμογής του νέου Εθνικού Σχεδίου Δράσης. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν έχει δημοσιοποιηθεί πράξη συγκρότησης ή έναρξης λειτουργίας του.

 

Από την πρόληψη έως τη ζωή μετά την θεραπεία

Το νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης φιλοδοξεί να καλύψει ολόκληρη τη διαδρομή του πολίτη και του ασθενούς, από την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση έως τη θεραπεία, την αποκατάσταση, τη ζωή μετά τον καρκίνο και την ανακουφιστική φροντίδα. Στον σχεδιασμό εντάσσονται επίσης τα δεδομένα, η έρευνα, η ψηφιακή τεχνολογία και η καινοτομία.

Το νέο σχέδιο δεν ξεκινά από το μηδέν. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί σημαντικές παρεμβάσεις στην πρόληψη, στην καταγραφή της νόσου, στην οργάνωση της ογκολογικής φροντίδας, στις ψηφιακές υπηρεσίες και στην υποστήριξη των ασθενών. Το ζητούμενο πλέον είναι να συνδεθούν σε μία κοινή εθνική κατεύθυνση, με συνέχεια στη φροντίδα και σαφείς προτεραιότητες για τα επόμενα χρόνια.

 

Η πρόληψη στο επίκεντρο

Κεντρική θέση στο νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο θα έχει η πρόληψη. Σε αυτήν εντάσσονται τόσο ο οργανωμένος προσυμπτωματικός έλεγχος όσο και οι παρεμβάσεις που στοχεύουν στη μείωση των παραγόντων κινδύνου πριν από την εμφάνιση της νόσου.

Κατά την πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας, η Γενική Γραμματέας Δημόσιας Υγείας και συντονίστριά της, Χριστίνα-Μαρία Κράββαρη, επισήμανε ότι η χώρα διαθέτει σήμερα σημαντικές παρεμβάσεις και περισσότερα εργαλεία για την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την επόμενη φάση της πολιτικής απέναντι στον καρκίνο.

Τα εθνικά προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού, του τραχήλου της μήτρας και του παχέος εντέρου παρέχουν δωρεάν πρόσβαση σε εκατομμύρια πολίτες. Το επόμενο βήμα, όπως ανέφερε η κ. Κράββαρη, είναι να αξιοποιηθούν καλύτερα η εμπειρία και τα δεδομένα που παράγονται, να αυξηθεί η συμμετοχή και να προσεγγιστούν αποτελεσματικότερα οι πληθυσμιακές ομάδες που δεν συμμετέχουν επαρκώς στον προσυμπτωματικό έλεγχο.

Παράλληλα, η κ. Κράββαρη έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη στενότερη σύνδεση της πρόληψης με την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, καθώς και στις παρεμβάσεις που προηγούνται του προσυμπτωματικού ελέγχου. Σε αυτές περιλαμβάνονται η μείωση των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου, η υιοθέτηση πιο υγιεινών συνηθειών, η ενίσχυση της εγγραμματοσύνης υγείας και ο εμβολιασμός. Υπογράμμισε επίσης την ανάγκη ιδιαίτερης μέριμνας για όσους αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια πρόσβασης, ώστε οι δυνατότητες πρόληψης να φτάνουν σε ολόκληρο τον πληθυσμό.

Η κ. Κράββαρη επισήμανε ακόμη ότι το νέο σχέδιο πρέπει να δώσει μια κοινή εθνική κατεύθυνση σε όλη τη διαδρομή από την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση έως τη θεραπεία, αξιοποιώντας καλύτερα τα δεδομένα, την έρευνα και την καινοτομία και δίνοντας προτεραιότητα στις παρεμβάσεις που μπορούν να έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στην υγεία του πληθυσμού. Χαρακτήρισε τη νέα προσπάθεια ευκαιρία για μετάβαση σε «μια πιο ώριμη φάση της πολιτικής της χώρας απέναντι στον καρκίνο», με ισχυρότερη πρόληψη, καλύτερη αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης και παρεμβάσεις που μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά το φορτίο της νόσου στη δημόσια υγεία.

Στόχος ένα σύγχρονο, εφαρμόσιμο και αποτελεσματικό Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο

Στις παρεμβάσεις που έχουν ήδη υλοποιηθεί ή βρίσκονται σε εξέλιξη αναφέρθηκε κατά τη συνεδρίαση και η Γενική Γραμματέας Υπηρεσιών Υγείας, Λίλιαν Βενετία Βιλδιρίδη. Ανάμεσά τους είναι το Εθνικό Μητρώο Νεοπλασματικών Ασθενειών, τα θεραπευτικά πρωτόκολλα, το Ολοκληρωμένο Σύστημα Φροντίδας Ογκολογικών και Αιματολογικών Ασθενών, η ενίσχυση των υποδομών, οι νέες ψηφιακές υπηρεσίες και η ανάπτυξη της νοσηλείας κατ’ οίκον για τους ογκολογικούς ασθενείς.

Η κ. Βιλδιρίδη στάθηκε ιδιαίτερα και στην έναρξη της επέκτασης του εθνικού εργαλείου αξιολόγησης της εμπειρίας των ασθενών σε όσους πάσχουν από καρκίνο, ώστε η φωνή και η εμπειρία τους από τις υπηρεσίες υγείας να καταγράφονται συστηματικά και να αξιοποιούνται για τη συνεχή βελτίωση της παρεχόμενης φροντίδας.

Η κ. Βιλδιρίδη υπογράμμισε ότι το επόμενο βήμα είναι όλες αυτές οι παρεμβάσεις να συνδεθούν σε ένα συνεκτικό πλαίσιο, με σαφείς προτεραιότητες, συγκεκριμένους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα. Όπως τόνισε, στο επίκεντρο πρέπει να βρίσκεται ο ίδιος ο ασθενής, με τις ανάγκες, την εμπειρία και τις προσδοκίες του να αποτελούν τον γνώμονα για την οργάνωση της φροντίδας, ώστε να διασφαλίζονται η ποιότητα, η προσβασιμότητα, ο καλύτερος συντονισμός και η συνέχεια των υπηρεσιών σε όλη τη διαδρομή του μέσα στο σύστημα υγείας.

Η κ. Βιλδιρίδη χαρακτήρισε ακόμη τη συζήτηση ουσιαστική και δημιουργική, υπογραμμίζοντας την αξία της συνεργασίας και της ανταλλαγής τεκμηριωμένων απόψεων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Στόχος, όπως ανέφερε, είναι ένα σύγχρονο, εφαρμόσιμο και αποτελεσματικό Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο, που θα συνδέει όσα έχουν ήδη επιτευχθεί με όσα μένουν να γίνουν και θα οδηγεί σε καλύτερες, πιο συντονισμένες και περισσότερο ανθρωποκεντρικές υπηρεσίες για κάθε ογκολογικό ασθενή.

 

Εθνική ανάγκη ένα ασθενοκεντρικό σχέδιο για τον καρκίνο

Την ανάγκη το νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο να μεταφραστεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα ανέδειξε κατά τη συνεδρίαση και η Γενική Γραμματέας Στρατηγικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Υγείας, Δάφνη-Ελένη Νικολάου.

Η κ. Νικολάου χαρακτήρισε την κατάρτιση του σχεδίου εθνική ανάγκη και κυβερνητική προτεραιότητα, επισημαίνοντας ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις θανάτους στην Ελλάδα οφείλεται στον καρκίνο. Βασικός στόχος, όπως ανέφερε, είναι να μειωθούν ουσιαστικά οι διαγνώσεις σε προχωρημένο στάδιο και να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική θεραπεία των ασθενών.

Παράλληλα, έδωσε έμφαση στην απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών σε αποτελεσματικές και καινοτόμες θεραπείες, επεμβατικές και μη, με τελικό ζητούμενο τη μείωση των θανάτων από καρκίνο. Η κ. Νικολάουτόνισε ακόμη ότι η φιλοδοξία είναι να διαμορφωθεί ένα ουσιαστικά ασθενοκεντρικό εθνικό σχέδιο, με πυλώνες τις πραγματικές ανάγκες του πολίτη, την πρόληψη, την παρακολούθηση και τη θεραπεία των ασθενών.

 

Οδικός χάρτης για την ογκολογική φροντίδα

Από την πλευρά των ασθενών, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου και αναπληρωτής συντονιστής της Ομάδας Εργασίας, Γιώργος Καπετανάκης, τόνισε ότι η έναρξη της διαδικασίας αποτελεί την αφετηρία μιας προσπάθειας που η ογκολογική κοινότητα και οι ασθενείς περίμεναν εδώ και χρόνια, χαρακτηρίζοντάς την ταυτόχρονα μεγάλη ευκαιρία και μεγάλη ευθύνη.

Ο κ. Καπετανάκης υπογράμμισε ότι η συμμετοχή των ασθενών στον σχεδιασμό πρέπει να είναι ουσιαστική και ισότιμη. Η γνώση των πραγματικών αναγκών και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι σε όλη τη διαδρομή του καρκίνου, σε συνδυασμό με την επιστημονική γνώση, την εμπειρία των επαγγελματιών υγείας και τη στήριξη της Πολιτείας, μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες και περισσότερο εφαρμόσιμες πολιτικές για την ογκολογική φροντίδα.

Όπως τόνισε, το ζητούμενο είναι το νέο σχέδιο να μην αποτελέσει «ακόμη ένα κείμενο στρατηγικής», αλλά έναν πραγματικό οδικό χάρτη για την ογκολογική φροντίδα. Η επιτυχία του, επισήμανε ο κ. Καπετανάκης, δεν θα κριθεί μόνο από την ολοκλήρωση του κειμένου, αλλά από τη συνέχεια, τους μετρήσιμους στόχους και τη δυνατότητα εφαρμογής του και, τελικά, από το αν θα βελτιώσει ουσιαστικά τη ζωή των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τον καρκίνο σήμερα και στο μέλλον. Αυτό, όπως σημείωσε, είναι και το μέτρο με το οποίο θα πρέπει στο τέλος να κριθεί η κοινή προσπάθεια.