Ελληνική μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες για τον διαβήτη
Η καθημερινότητα ενός ανθρώπου με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 είναι συνδεδεμένη με τη συνεχή παρακολούθηση της γλυκόζης και τη χορήγηση της σωστής ποσότητας ινσουλίνης την κατάλληλη στιγμή. Προγραμματισμός γευμάτων, σωματική δραστηριότητα, ύπνος και απρόβλεπτες μεταβολές των επιπέδων γλυκόζης απαιτούν διαρκείς αποφάσεις, ώστε να αποφεύγονται τόσο οι υψηλές όσο και οι επικίνδυνα χαμηλές τιμές γλυκόζης.
Τα συστήματα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης στοχεύουν να μειώσουν αυτό το καθημερινό φορτίο συνδυάζοντας αντλία ινσουλίνης, συνεχή παρακολούθηση της γλυκόζης και έναν αλγόριθμο που προσαρμόζει τη χορήγηση ινσουλίνης ανάλογα με τις τιμές που καταγράφει ο αισθητήρας. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η τεχνολογία αυτή μπορεί να συμβάλει σε ουσιαστική βελτίωση της γλυκαιμικής ρύθμισης.
Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνουν και τα αποτελέσματα της μελέτης «Real-World Performance of the MiniMed 780G Advanced Hybrid Closed Loop Automated Insulin Delivery System in Greece», η οποία έχει δημοσιευθεί στο Diabetes Therapy και τα αποτελέσματα της οποίας παρουσίασε η MiniMed την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026. Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα πραγματικού κόσμου από 2.284 χρήστες του συστήματος MiniMed 780G στην Ελλάδα και κατέγραψε υψηλό χρόνο εντός του συνιστώμενου εύρους γλυκόζης (Time in Range – TIR), ενώ στους χρήστες για τους οποίους υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα πριν και μετά την έναρξη του συστήματος καταγράφηκε ουσιαστική βελτίωση.
Ο χρόνος εντός του συνιστώμενου εύρους (Time in Range – TIR) εκφράζει το ποσοστό του χρόνου κατά το οποίο τα επίπεδα γλυκόζης παραμένουν μεταξύ 70 και 180 mg/dL. Για τα περισσότερα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, ο διεθνώς συνιστώμενος στόχος είναι ο χρόνος εντός αυτού του εύρους να υπερβαίνει το 70%.
Η μελέτη ήταν αναδρομική και παρατηρητική και βασίστηκε σε δεδομένα πραγματικού κόσμου που μεταφορτώθηκαν στο CareLink Personal από τις 29 Ιανουαρίου 2024 έως τις 29 Ιανουαρίου 2025. Δεν πραγματοποιήθηκε σύγκριση του MiniMed 780G με άλλα συστήματα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης, ενώ δεν υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία για σοβαρά επεισόδια υπογλυκαιμίας ή διαβητικής κετοξέωσης, ούτε για τις θεραπείες που ακολουθούσαν προηγουμένως οι χρήστες. Τα ευρήματα αφορούν τον συγκεκριμένο πληθυσμό χρηστών του MiniMed 780G και δεν μπορούν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά του συνόλου των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 στην Ελλάδα.
Τα βασικά ευρήματα της μελέτης
- Στο σύνολο των 2.284 χρηστών, ο μέσος χρόνος εντός του συνιστώμενου εύρους έφθασε το 75,4%, ενώ σχεδόν τρεις στους τέσσερις (74,5%) πέτυχαν TIR άνω του 70%.
- Στους 1.234 χρήστες για τους οποίους υπήρχαν δεδομένα πριν και μετά την έναρξη του συστήματος, το ποσοστό όσων πέτυχαν TIR άνω του 70% αυξήθηκε από 36,1% σε 72,8%. Ο μέσος TIR αυξήθηκε παράλληλα από 65,1% σε 74,9%, ενώ ο χρόνος με γλυκόζη κάτω από 70 mg/dL μειώθηκε από 2,86% σε 2,12%.
- Στους χρήστες που ακολουθούσαν τις συνιστώμενες βέλτιστες ρυθμίσεις, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο 22,7% του συνολικού πληθυσμού, ο μέσος TIR έφθασε το 78,8%. Το 87,6% πέτυχε TIR άνω του 70% και το 86,9% δείκτη διαχείρισης γλυκόζης (GMI) κάτω από 7%.
- Ο μέσος χρόνος στο στενότερο εύρος 70–140 mg/dL έφθασε το 50,8%, δηλαδή περισσότερο από το μισό της ημέρας.
- Τα υψηλά επίπεδα γλυκαιμικής ρύθμισης καταγράφηκαν σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Παράλληλα, σε 702 χρήστες με επαρκή δεδομένα για ολόκληρο έτος, ο μέσος TIR παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, από 78,5% τον πρώτο μήνα σε 77,7% τον δωδέκατο.
Ιωάννης Γαβριατόπουλος, Διευθυντής MiniMed Hellas - Prof. Goran Petrovski, MD, MSc, PhD, Medical Affairs Director της MiniMed - Δρ. Χριστίνα Κανακά-Gantenbein, Καθηγήτρια Παιδιατρικής & Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και Διευθύντρια της Α' Παιδιατρικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία» - Αγγελική Κουτζαμπάση, Sr. Marketing & Education Specialist, MiniMed Hellas - Δρ. Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, Καθηγητής Παθολογίας-Μεταβολικών Νοσημάτων Ιατρικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α στην Α’ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική στο Γ.Ν. Αθηνών «Λαϊκό» και Πρόεδρος Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρίας.
Κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων, η Δρ. Βάια Λαμπαδιάρη, Καθηγήτρια Παθολογίας - Ενδοκρινολογίας στο ΕΚΠΑ και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Διαβητολογικού Κέντρου του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «Αττικόν», επισήμανε ότι η αυτοματοποιημένη χορήγηση ινσουλίνης μπορεί να βοηθήσει περισσότερα άτομα με διαβήτη τύπου 1 να επιτύχουν τους συνιστώμενους γλυκαιμικούς στόχους, μειώνοντας παράλληλα το καθημερινό βάρος της διαχείρισης της νόσου. Για το ελληνικό σύστημα υγείας, όπως ανέφερε, η ευρύτερη υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών μπορεί να αποτελέσει «σημαντικό βήμα προς μια πιο βιώσιμη και ανθρωποκεντρική φροντίδα για τον διαβήτη».
Στη σημασία της τεχνολογίας για τα παιδιά και τις οικογένειές τους στάθηκε η Δρ. Χριστίνα Κανακά-Gantenbein, Καθηγήτρια Παιδιατρικής & Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και Διευθύντρια της Α' Παιδιατρικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία». Η καθημερινή διαχείριση του διαβήτη απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και μεγάλο αριθμό αποφάσεων, ενώ τα συστήματα AID, όπως σημείωσε, δεν συμβάλλουν μόνο στη γλυκαιμική ρύθμιση, αλλά μπορούν να προσφέρουν «μεγαλύτερη σιγουριά, καλύτερη ποιότητα ζωής και περισσότερη ψυχική ηρεμία» για ολόκληρη την οικογένεια, ημέρα και νύχτα. Πρόσθεσε ότι τα ελληνικά δεδομένα ενισχύουν τα επιστημονικά τεκμήρια που υποστηρίζουν τα συστήματα AID ως πρότυπο φροντίδας για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.
Ο Δρ. Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, Καθηγητής Παθολογίας-Μεταβολικών Νοσημάτων της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ στην Α’ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική του Γ.Ν. Αθηνών «Λαϊκό» και Πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, υπογράμμισε τη σημασία των δεδομένων από την καθημερινή χρήση του συστήματος. Αναφέρθηκε στον μέσο χρόνο εντός του συνιστώμενου εύρους, ο οποίος στο σύνολο των χρηστών ξεπέρασε το 75%, καθώς και στη διατήρηση της γλυκαιμικής ρύθμισης σε βάθος χρόνου, συνδέοντας τα ευρήματα με την ανάγκη για «ευρύτερη και ισότιμη πρόσβαση στα συστήματα AID», με βάση τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε ατόμου με διαβήτη.
Τη συνέπεια των ελληνικών ευρημάτων με τα διεθνή δεδομένα πραγματικού κόσμου ανέδειξε ο Prof. Goran Petrovski, Medical Affairs Director της MiniMed. Όπως ανέφερε, τα αποτελέσματα από την Ελλάδα είναι αντίστοιχα με εκείνα που έχουν καταγραφεί σε περισσότερους από 100.000 χρήστες του MiniMed 780G σε άλλες χώρες. Μάλιστα, επισήμανε ότι σε μεγάλη ανάλυση χρηστών από την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, ο μέσος TIR είχε διαμορφωθεί στο 72,3%, έναντι 75,4% που καταγράφηκε στην ελληνική ανάλυση. Ο Goran Petrovski τόνισε ότι η σύγκλιση αυτή ενισχύει τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα για την αυτοματοποιημένη χορήγηση ινσουλίνης σε διαφορετικά περιβάλλοντα υγειονομικής περίθαλψης.
Η πρόσβαση στις νεότερες τεχνολογίες
Στην Ελλάδα, οι αντλίες ινσουλίνης και τα σχετικά αναλώσιμα, καθώς και τα συστήματα καταγραφής γλυκόζης, αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ενώ για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 προβλέπεται μηδενική συμμετοχή στα σχετικά διαβητολογικά υλικά. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες δαπάνης υπάγονται, ωστόσο, σε κλειστά όρια και στον μηχανισμό αυτόματης επιστροφής (clawback), ο οποίος επιβαρύνει τους συμβεβλημένους παρόχους και όχι τον ασφαλισμένο.
Η πίεση που δημιουργεί ο μηχανισμός αποτυπώνεται στα στοιχεία του ΕΟΠΥΥ. Στον νεότερο διαθέσιμο πίνακα, για τον Ιούνιο του 2026, το ποσοστό μηνιαίας προείσπραξης clawback διαμορφώθηκε στο 32,89% για τις αντλίες ινσουλίνης και τα αναλώσιμά τους και στο 15,75% για τα συστήματα καταγραφής γλυκόζης. Πρόκειται, ωστόσο, για μηνιαία προείσπραξη και όχι για οριστική εκκαθάριση, κατά την οποία το τελικό ποσοστό μπορεί να διαφοροποιηθεί.
Τα αποτελέσματα της ελληνικής μελέτης που παρουσίασε η MiniMed προσθέτουν νέα δεδομένα για τη δυνατότητα των συστημάτων αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης να συμβάλλουν σε καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση. Η σημασία αυτής της βελτίωσης υπερβαίνει τον καθημερινό έλεγχο της γλυκόζης. Μακροχρόνια επιστημονικά δεδομένα στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 έχουν δείξει ότι η καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης και εξέλιξης επιπλοκών, όπως η αμφιβληστροειδοπάθεια, η νεφρική νόσος και η νευροπάθεια, ενώ σε βάθος χρόνου μειώνεται και ο καρδιαγγειακός κίνδυνος.
Οι επιπλοκές αυτές δεν επιβαρύνουν μόνο την υγεία και την ποιότητα ζωής των ασθενών, αλλά συνεπάγονται πρόσθετες θεραπείες, παρεμβάσεις και νοσηλείες για το σύστημα υγείας. Η οικονομική αξιολόγηση των νεότερων τεχνολογιών για τον διαβήτη, επομένως, δεν πρέπει να περιορίζεται στο άμεσο κόστος των συσκευών και των αναλωσίμων, αλλά να λαμβάνει υπόψη και τη μακροχρόνια επιβάρυνση από τις επιπλοκές που συνδέονται με την ανεπαρκή γλυκαιμική ρύθμιση.








































