Χωρίς εργαλεία πρώιμης ανίχνευσης και παραπομπής οι συμμετέχοντες στο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Παιδιάτρων
Εκατοντάδες παιδίατροι εκπαιδεύτηκαν για την έγκαιρη αναγνώριση αναπτυξιακών, νευροαναπτυξιακών και ψυχικών δυσκολιών στα παιδιά. Ωστόσο, σύμφωνα με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων, δεν έχουν ακόμη στη διάθεσή τους τα βασικά εργαλεία που θα τους επέτρεπαν να αξιοποιήσουν τις νέες γνώσεις στα ιατρεία τους. Το εκπαιδευτικό σκέλος του Μοριοδοτούμενου Προγράμματος Εκπαίδευσης Παιδιάτρων έχει ολοκληρωθεί, ωστόσο η λειτουργική ψηφιακή εφαρμογή, τα τυποποιημένα εργαλεία ανίχνευσης και το πλαίσιο παραπομπής δεν έχουν ακόμη διατεθεί.
Η Ομοσπονδία ζητά από το Υπουργείο Υγείας σαφείς απαντήσεις για την πορεία των παραδοτέων και συγκεκριμένη ημερομηνία ενεργοποίησης του λειτουργικού σκέλους του προγράμματος. Όπως επισημαίνει, η ολοκλήρωση των μαθημάτων και η χορήγηση των πιστοποιητικών δεν αρκούν, εφόσον οι παιδίατροι δεν διαθέτουν τα μέσα που απαιτούνται για να αξιοποιήσουν οργανωμένα στην πράξη όσα διδάχθηκαν προς όφελος των παιδιών και των οικογενειών τους.
Το Μοριοδοτούμενο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Παιδιάτρων ήταν μια πρωτοβουλία του Υπουργείου Υγείας σε συνεργασία με τη UNICEF. Υλοποιήθηκε από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και χρηματοδοτήθηκε με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, στο πλαίσιο του «Ελλάδα 2.0» και του NextGenerationEU. Η εκπαιδευτική διαδικασία πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, με τη συμμετοχή εκατοντάδων παιδιάτρων και ειδικευόμενων παιδιάτρων από όλη τη χώρα.
Στόχος του προγράμματος ήταν να ενισχύσει τον ρόλο των παιδιάτρων στην έγκαιρη αναγνώριση αναπτυξιακών, νευροαναπτυξιακών και ψυχικών δυσκολιών στα παιδιά, καθώς και συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης στους γονείς και τους φροντιστές τους.
Το εκπαιδευτικό σκέλος ολοκληρώθηκε. Οι συμμετέχοντες απέκτησαν πρόσβαση στο εκπαιδευτικό υλικό και στα βιντεοσκοπημένα μαθήματα, είχαν στη διάθεσή τους τις ερωτήσεις και τα τεστ αξιολόγησης και έλαβαν τα πιστοποιητικά επιμόρφωσης. Σε όσους παρακολούθησαν τα διά ζώσης εργαστήρια παραδόθηκαν επίσης τα tablets που προβλέπονταν από το πρόγραμμα. Οι παιδίατροι, ωστόσο, δεν έχουν ακόμη στη διάθεσή τους τα μέσα που απαιτούνται για να εφαρμόσουν στην καθημερινή κλινική πράξη όσα διδάχθηκαν.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, οι συμμετέχοντες δεν έχουν λάβει τα ερωτηματολόγια και τα τυποποιημένα εργαλεία ανίχνευσης, ούτε έχουν αποκτήσει πρόσβαση στη λειτουργική ψηφιακή εφαρμογή για την καταγραφή και την αξιολόγηση. Σε εκκρεμότητα παραμένουν επίσης το πλαίσιο ασφαλούς παραπομπής των παιδιών και των οικογενειών, καθώς και ο ψηφιακός χάρτης των διαθέσιμων υπηρεσιών αναπτυξιακής και ψυχικής υγείας.
Ως αποτέλεσμα, τα tablets που παραδόθηκαν δεν μπορούν ακόμη να αξιοποιηθούν για τον κλινικό σκοπό που προβλεπόταν από το πρόγραμμα. Η Ομοσπονδία διευκρινίζει ότι η πλατφόρμα που έχει ήδη ενεργοποιηθεί αφορά αποκλειστικά το εκπαιδευτικό σκέλος και περιλαμβάνει τα μαθήματα και τις εξετάσεις αξιολόγησης. Δεν έχει διατεθεί, όμως, η δεύτερη πλατφόρμα, δηλαδή η λειτουργική ψηφιακή εφαρμογή, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει τα εργαλεία ανίχνευσης και να υποστηρίζει τη χρήση τους στο παιδιατρικό ιατρείο.
Η Ομοσπονδία παραπέμπει και στην ενημέρωση που έλαβαν οι συμμετέχοντες με ηλεκτρονικό μήνυμα από το ΕΚΠΑ στις 3 Ιουνίου 2026. Στο μήνυμα αναφερόταν ότι το Μοριοδοτούμενο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Παιδιάτρων είχε ολοκληρωθεί, διευκρινιζόταν όμως ότι οι αποφάσεις για τη διάθεση της πλατφόρμας των εργαλείων ανίχνευσης και το πλαίσιο χρήσης της θα καθοριστούν από το Υπουργείο Υγείας «σε μελλοντικό χρόνο».
Για την Ομοσπονδία, η ενημέρωση από το ΕΚΠΑ αναδεικνύει την ουσία του προβλήματος, καθώς το εκπαιδευτικό σκέλος ολοκληρώθηκε προτού καθοριστούν το πλαίσιο εφαρμογής, το χρονοδιάγραμμα και οι προϋποθέσεις πρόσβασης στα εργαλεία που αποτέλεσαν αντικείμενο της εκπαίδευσης.
Μετά την ενημέρωση από το ΕΚΠΑ, η Ομοσπονδία αναφέρει ότι απευθύνθηκε δύο φορές, στις 20 και στις 24 Ιουνίου 2026, στην Αναπληρώτρια Υπουργό Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη, επιλέγοντας αρχικά να μη δημοσιοποιήσει το θέμα ώστε να δοθεί χρόνος για την επίλυσή του. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, δεν έλαβε απάντηση ούτε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη διάθεση της λειτουργικής πλατφόρμας.
Η εκκρεμότητα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς στην επίσημη περιγραφή του έργου στο «Ελλάδα 2.0» προβλέπονται η συγκρότηση εργαλειοθήκης για τους παιδιάτρους, η εκπαίδευσή τους στη χρήση της, η υλοποίηση και παρακολούθηση του προγράμματος πρώιμης ανίχνευσης και παρέμβασης και η διασύνδεση των οικογενειών με υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Ως ημερομηνία ολοκλήρωσης του συνολικού έργου αναφέρεται η 30ή Ιουνίου 2026, ημερομηνία που έχει ήδη παρέλθει.
Η Ομοσπονδία ζητά επίσης ενημέρωση για την ψηφιοποίηση των εργαλείων στα συστήματα της ΗΔΙΚΑ, την οποία είχε ανακοινώσει το Υπουργείο Υγείας τον Μάρτιο του 2026, και και ζητά να διευκρινιστεί σε ποιο στάδιο βρίσκεται η σχετική διαδικασία και ποια διοικητική, επιστημονική, νομική ή τεχνική απόφαση εξακολουθεί να εκκρεμεί.
Παράλληλα, θέτει το ερώτημα εάν η εργαλειοθήκη, η λειτουργική ψηφιακή εφαρμογή και ο χάρτης υπηρεσιών έχουν ολοκληρωθεί και παραδοθεί στο Υπουργείο Υγείας, καθώς και αν έχει ολοκληρωθεί η διοικητική παραλαβή ή η εξόφλησή τους και, εφόσον ναι, πότε και από ποιο αρμόδιο όργανο.
Οι ελευθεροεπαγγελματίες παιδίατροι ζητούν κυρίως να ανακοινωθεί συγκεκριμένη ημερομηνία ενεργοποίησης της λειτουργικής πλατφόρμας και να αποσαφηνιστεί τι προβλέπεται να χρησιμοποιούν έως τότε για την ανίχνευση, την καταγραφή και την ασφαλή παραπομπή παιδιών και οικογενειών.
Για την Ομοσπονδία, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην αξιοποίηση του εξοπλισμού που παραδόθηκε στους συμμετέχοντες. Αφορά την ουσιαστική ολοκλήρωση ενός χρηματοδοτούμενου εθνικού προγράμματος και τη δυνατότητα να αξιοποιηθεί η εκπαίδευση των παιδιάτρων για την πρώιμη ανίχνευση δυσκολιών και την ασφαλή παραπομπή παιδιών και οικογενειών.
Όπως τονίζουν οι ελευθεροεπαγγελματίες παιδίατροι, η πρόσβαση στα μαθήματα και η χορήγηση πιστοποιητικών ολοκληρώνουν την εκπαιδευτική διαδικασία, όχι όμως και την παρέμβαση στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Χωρίς τα εργαλεία ανίχνευσης, τη λειτουργική πλατφόρμα και ένα σαφές πλαίσιο παραπομπής, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα με ποιον τρόπο θα αξιολογηθεί στην πράξη η αποτελεσματικότητα του προγράμματος.







































