Η επένδυση στα καινοτόμα φάρμακα δεν είναι μόνο κόστος, αλλά και μοχλός ανάπτυξης
Στην Ελλάδα, κάθε 1 ευρώ δαπάνης για την υιοθέτηση νεότερων φαρμάκων αντιστοιχεί σε σχεδόν 6 ευρώ κοινωνικής και οικονομικής αξίας. Αυτό είναι το βασικό εύρημα για τη χώρα μας από τη νέα μελέτη του WifOR Institute, η οποία εξέτασε τον αντίκτυπο της φαρμακευτικής καινοτομίας σε 29 ευρωπαϊκές χώρες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάθε 1 ευρώ δαπάνης για τη μετάβαση σε νεότερα φάρμακα αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε 5,67 ευρώ κοινωνικής και οικονομικής αξίας.
Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσίασε σε εκδήλωση του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) ο Γιάννης Αθανασίου, Senior Researcher του WifOR Institute, με αναφορά τόσο στη συνολική ευρωπαϊκή εικόνα όσο και στην ειδική αποτίμηση για την Ελλάδα.
Η μελέτη εκπονήθηκε από το WifOR Institute κατόπιν ανάθεσης της EFPIA. Καλύπτει 29 ευρωπαϊκές χώρες, με στοιχεία φαρμακευτικών πωλήσεων για την περίοδο 2014–2024, δεδομένα θνησιμότητας για την περίοδο 2014–2022 και στοιχεία νοσοκομειακής χρήσης για την περίοδο 2014–2021.
Η φαρμακευτική καινοτομία μετρήθηκε με βάση την αύξηση της χρήσης νεότερων φαρμάκων, λαμβάνοντας υπόψη το έτος έγκρισης κάθε δραστικής ουσίας από τον FDA και τις ποσότητες που πωλήθηκαν. Οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση της χρήσης νεότερων θεραπειών με τη θνησιμότητα και τις νοσηλείες και αποτίμησαν τα εκτιμώμενα οφέλη στην παραγωγικότητα της αμειβόμενης και της μη αμειβόμενης εργασίας και στην εξοικονόμηση νοσοκομειακών δαπανών. Για την οικονομική αποτίμηση χρησιμοποιήθηκαν οι εκτιμήσεις με επταετή χρονική υστέρηση, ώστε να αποτυπωθεί πληρέστερα η μακροπρόθεσμη επίδραση. Πρόκειται για οικονομετρική ανάλυση σε επίπεδο χώρας, ομάδας νοσημάτων και έτους και όχι για κλινική παρακολούθηση μεμονωμένων ασθενών.
Οι συγγραφείς της μελέτης σημειώνουν ότι η ανάλυση δεν περιλαμβάνει τις απώλειες παραγωγικότητας που συνδέονται με τη νοσηρότητα, όπως οι απουσίες από την εργασία και η μειωμένη ικανότητα εργασίας. Επιπλέον, οι τρεις κατηγορίες της ταξινόμησης ATC δεν αποτυπώνουν το σύνολο των φαρμάκων που σχετίζονται με τις εξεταζόμενες παθήσεις. Για τους λόγους αυτούς, οι εκτιμήσεις χαρακτηρίζονται συντηρητικές.
Στις 29 χώρες συνολικά, η δαπάνη για τη μετάβαση σε νεότερα φάρμακα υπολογίστηκε σε 11,67 δισ. ευρώ, ενώ η αντίστοιχη κοινωνική και οικονομική αξία αποτιμήθηκε σε 66,18 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, 38,10 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στην παραγωγικότητα της αμειβόμενης εργασίας, 18,96 δισ. ευρώ στη μη αμειβόμενη εργασία και φροντίδα και 9,11 δισ. ευρώ στην εξοικονόμηση νοσοκομειακών δαπανών. Η μελέτη εκτιμά επίσης ότι η αυξημένη χρήση νεότερων φαρμάκων συνέβαλε στην αποφυγή 1,83 εκατ. ετών ζωής που θα είχαν χαθεί πριν από την ηλικία των 85 ετών και 20,9 εκατ. ημερών νοσηλείας.
Τα βασικά ευρήματα για την Ελλάδα
Η ειδική αποτίμηση για τη χώρα μας εξετάζει το ύψος της δαπάνης για τη μετάβαση σε νεότερα φάρμακα και την κοινωνική και οικονομική αξία που συνδέεται με τη χρήση τους. Οι υπολογισμοί έγιναν με βάση τις επίσημες τιμές καταλόγου των φαρμάκων και όχι τις χαμηλότερες καθαρές τιμές που καταβάλλονται μετά τις εκπτώσεις και τις επιστροφές. Επομένως, το καθαρό ύψος της δαπάνης είναι πιθανό να είναι μικρότερο και η απόδοση υψηλότερη από εκείνη που υπολογίζει η μελέτη. Συγκεκριμένα:
- Η δαπάνη για τη μετάβαση σε νεότερα φάρμακα υπολογίστηκε σε 93,11 εκατ. ευρώ, ενώ η συνολική κοινωνική και οικονομική αξία αποτιμήθηκε σε 556,97 εκατ. ευρώ, με απόδοση 5,98 ευρώ για κάθε 1 ευρώ δαπάνης.
- Από τη συνολική αξία, 311,47 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στην παραγωγικότητα της αμειβόμενης εργασίας, 118,95 εκατ. ευρώ στη μη αμειβόμενη εργασία και φροντίδα και 126,55 εκατ. ευρώ στην εξοικονόμηση νοσοκομειακών δαπανών.
- Η χρήση νεότερων φαρμάκων εκτιμάται ότι συνέβαλε στην αποφυγή 25.600 ετών ζωής που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί, σύμφωνα με την παρουσίαση της μελέτης, στη συνολική διάρκεια ζωής 313 ανθρώπων.
- Οι ημέρες νοσηλείας που αποφεύχθηκαν υπολογίζονται σε 252.400 και ισοδυναμούν αριθμητικά με 691 νοσοκομειακές κλίνες για έναν ολόκληρο χρόνο, αριθμό που υπερβαίνει το 70% της συνολικής δυναμικότητας του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός».
Η απόδοση της καινοτομίας ανά θεραπευτική κατηγορία
Πέρα από τη συνολική αποτίμηση, η μελέτη υπολόγισε ξεχωριστά την απόδοση της φαρμακευτικής καινοτομίας σε τρεις ευρείες κατηγορίες της διεθνούς ταξινόμησης ATC: τα αντικαρκινικά και ανοσοτροποποιητικά φάρμακα, τα φάρμακα για το πεπτικό σύστημα και τον μεταβολισμό και τα φάρμακα για το αναπνευστικό.
Κάθε κατηγορία φαρμάκων αντιστοιχίστηκε με τις σχετικές ομάδες νοσημάτων της ταξινόμησης ICD-10, ώστε η μεταβολή στη χρήση νεότερων θεραπειών να εξεταστεί σε σχέση με τη θνησιμότητα και τη νοσοκομειακή επιβάρυνση. Πρόκειται για ευρείες κατηγορίες και όχι για μεμονωμένες παθήσεις. Οι θεραπείες για τον διαβήτη, για παράδειγμα, εντάσσονται στην κατηγορία των φαρμάκων για το πεπτικό σύστημα και τον μεταβολισμό, ενώ η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει, εκτός από τα αντικαρκινικά, και τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα.
Η απόδοση διαφοροποιείται αισθητά μεταξύ των τριών κατηγοριών, ενώ διαφορετική είναι και η επίδραση της φαρμακευτικής καινοτομίας στην κλινική πράξη, όπως δείχνουν τα παραδείγματα από την ογκολογία, τον διαβήτη και τα αναπνευστικά νοσήματα.
Η αξία της καινοτομίας στην ογκολογία
Μεταξύ των τριών ευρύτερων κατηγοριών φαρμάκων που εξέτασε η μελέτη, τα αντικαρκινικά και ανοσοτροποποιητικά φάρμακα παρουσιάζουν την υψηλότερη εκτιμώμενη απόδοση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στις 29 χώρες συνολικά, κάθε 1 ευρώ δαπάνης για τη μετάβαση σε νεότερες θεραπείες αντιστοιχεί σε 6,8 ευρώ κοινωνικής και οικονομικής αξίας.
Ο Πρόεδρος της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας, Εμμανουήλ Σαλούστρος, συνδέει την πρόοδο στην ογκολογία τόσο με την πρόληψη όσο και με την ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών. Όπως αναφέρει, οι θάνατοι από καρκίνο έχουν μειωθεί κατά περίπου 30% σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1990, μείωση, που όπως επισήμανε, ισοδυναμεί με την αποτροπή περίπου ενός στους τρεις θανάτους από τη νόσο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μεταστατικός καρκίνος του πνεύμονα. Σύμφωνα με τον κ. Σαλούστρο, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μόλις ένας στους 20 ασθενείς επιβίωνε για πέντε χρόνια, ενώ σήμερα, με την ανοσοθεραπεία και τις υπόλοιπες καινοτόμες θεραπείες, η πενταετής επιβίωση φτάνει έως τον έναν στους τρεις ασθενείς.
«Στην ΕΟΠΕ θα συνεχίσουμε να επενδύουμε στην εκπαίδευση των νέων ογκολόγων, ώστε να διασφαλίζεται η βέλτιστη φροντίδα των ασθενών», σημειώνει ο κ. Σαλούστρος και επισημαίνει ότι η Εταιρεία προσβλέπει στη συνέχιση των πρωτοβουλιών της Πολιτείας για την ενίσχυση της ογκολογικής περίθαλψης και την υποστήριξη των ασθενών με καρκίνο.
Η αξία της καινοτομίας στον διαβήτη και τα μεταβολικά νοσήματα
Στην ευρύτερη κατηγορία των φαρμάκων για το πεπτικό σύστημα και τον μεταβολισμό, στην οποία εντάσσονται και οι θεραπείες για τον διαβήτη, η μελέτη υπολογίζει ότι κάθε 1 ευρώ δαπάνης για νεότερα φάρμακα αντιστοιχεί σε 4,7 ευρώ κοινωνικής και οικονομικής αξίας στις 29 ευρωπαϊκές χώρες.
Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, σημειώνει ότι η ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών έχει διευρύνει σημαντικά τις επιλογές για την αντιμετώπιση του διαβήτη και της παχυσαρκίας. Οι θεραπείες αυτές, όπως αναφέρει, είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές, καλύτερα ανεκτές από τους ασθενείς και συνοδεύονται από λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, συμβάλλοντας στη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας.
Παράλληλα ο κ. Μακρυλάκης τονίζει ότι η αξιοποίηση της καινοτομίας προϋποθέτει ενημερωμένους και κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες υγείας και υπογραμμίζει ότι «η Πολιτεία οφείλει να ενισχύσει τα εξειδικευμένα κέντρα με επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό, ώστε όλοι οι ασθενείς να έχουν ισότιμη πρόσβαση στις σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές».
Η αξία της καινοτομίας στα αναπνευστικά νοσήματα
Στην κατηγορία των φαρμάκων για το αναπνευστικό, κάθε 1 ευρώ δαπάνης για τη μετάβαση σε νεότερες θεραπείες αντιστοιχεί σε 3,8 ευρώ κοινωνικής και οικονομικής αξίας στις 29 ευρωπαϊκές χώρες. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη μόνο η εξοικονόμηση νοσοκομειακών δαπανών, η απόδοση φτάνει τα 1,29 ευρώ για κάθε 1 ευρώ δαπάνης που συνδέεται με τη φαρμακευτική καινοτομία στη συγκεκριμένη κατηγορία.
Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, Στέλιος Λουκίδης, τονίζει ότι η φαρμακευτική καινοτομία βελτιώνει την υγεία των ασθενών και παράλληλα διευρύνει την κατανόηση των νοσημάτων από την ιατρική κοινότητα.
Ο κ. Λουκίδης επισημαίνει ότι οι νεότερες θεραπείες έχουν προσφέρει σημαντικά οφέλη τόσο στα χρόνια αναπνευστικά όσο και στα σπάνια νοσήματα ενώ συμβάλλουν και στην αντιμετώπιση των συνοσηροτήτων. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει πρόσφατη μελέτη της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας σε ασθενείς με σοβαρό άσθμα, η οποία κατέδειξε μείωση των παροξυσμών κατά 80% και των νοσηλειών κατά 90%. Τα αποτελέσματα αυτά αποτυπώνουν, όπως σημειώνει, τη συμβολή των καινοτόμων θεραπειών στην καθημερινότητα και στην ποιότητα ζωής των ασθενών.
Τρεις προτεραιότητες για την αξιοποίηση της φαρμακευτικής καινοτομίας
Η μελέτη δεν περιορίζεται στην οικονομική και κοινωνική αποτίμηση της φαρμακευτικής καινοτομίας. Συνδέει τα ευρήματα με τις αποφάσεις για τη χρηματοδότηση της υγείας, την πρόσβαση των ασθενών και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και αναδεικνύει τρεις βασικές προτεραιότητες:
- Αξιολόγηση της φαρμακευτικής καινοτομίας ως επένδυσης και όχι μόνο ως δαπάνης: Η αποτίμηση των νεότερων φαρμάκων πρέπει να λαμβάνει υπόψη, πέρα από την επίδραση στον φαρμακευτικό προϋπολογισμό, τα οφέλη στην υγεία, στην παραγωγικότητα και στη μείωση της νοσοκομειακής επιβάρυνσης.
- Έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες: Οι καθυστερήσεις στην έγκριση, στην αποζημίωση και στην υιοθέτηση των καινοτόμων φαρμάκων συνδέονται με απώλειες υγείας που θα μπορούσαν να αποφευχθούν και με οικονομικά οφέλη που δεν αξιοποιούνται.
- Ενίσχυση του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος βιοεπιστημών: Η φαρμακευτική καινοτομία, η πρόσβαση των ασθενών και η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετες προτεραιότητες και όχι ως αποσυνδεδεμένα πεδία πολιτικής.
Τη σημασία των ευρημάτων για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα υπογραμμίζουν και οι εκπρόσωποι του ΣΦΕΕ, συνδέοντας την αξιοποίηση της καινοτομίας με τη χρηματοδότηση της υγείας και την έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών.
Ο Πρόεδρος του ΣΦΕΕ, Ολύμπιος Παπαδημητρίου, αναφέρει ότι η μελέτη του WifOR επιβεβαιώνει πως οι επενδύσεις στην υγεία «δεν αποτελούν κόστος, αλλά μοχλό ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας». Περαιτέρω τονίζει ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα περιβάλλον που θα ενισχύει την καινοτομία και θα διασφαλίζει την έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ, Μιχάλης Χειμώνας, αναφέρει ότι «η υποχρηματοδότηση της υγείας και του φαρμάκου αποτελεί πολιτική επιλογή με αρνητικές συνέπειες για την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας» και επισημαίνει πως τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για μια βιώσιμη πολιτική που θα στηρίζει ταυτόχρονα και την υγεία και την οικονομία.
Η οικονομική αποτίμηση είναι σημαντική, αλλά έχει όρια
Τα αποτελέσματα της μελέτης προσθέτουν σημαντικά δεδομένα στη συζήτηση για τη φαρμακευτική καινοτομία και την πολιτική υγείας στην Ελλάδα. Δείχνουν ότι η αξιολόγηση των νεότερων θεραπειών δεν μπορεί να περιορίζεται στην πρόσθετη δαπάνη που συνεπάγεται η υιοθέτησή τους για τον φαρμακευτικό προϋπολογισμό, αλλά πρέπει να συνυπολογίζει και τα αποτελέσματα για την υγεία των ασθενών, τη νοσοκομειακή επιβάρυνση και την κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Η μελέτη ενισχύει επομένως την ανάγκη οι αποφάσεις για την αξιολόγηση, τη χρηματοδότηση και την αποζημίωση των φαρμάκων να λαμβάνουν υπόψη τη συνολική αξία των θεραπειών και όχι μόνο το άμεσο κόστος τους.
Η οικονομική αποτίμηση που επιχειρεί η μελέτη διευρύνει το πεδίο της αξιολόγησης, δεν μπορεί όμως να λειτουργεί ως μέτρο της αξίας μιας θεραπείας ή της ανθρώπινης ζωής που αυτή μπορεί να προστατεύσει. Η υγεία και τα επιπλέον χρόνια ζωής δεν αποκτούν αξία επειδή αυξάνουν την παραγωγικότητα ή μειώνουν τις δημόσιες δαπάνες. Η κοινωνικοοικονομική απόδοση θα πρέπει να αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο για τη χάραξη πολιτικής και όχι προϋπόθεση για την πρόσβαση σε μια αποτελεσματική θεραπεία.
Το ύψος των πόρων που διατίθενται στην υγεία δεν είναι ένα αμετάβλητο δεδομένο. Αποτελεί πολιτική επιλογή ως μέρος της συνολικής κατανομής του κρατικού προϋπολογισμού. Επομένως, όταν μια θεραπεία χαρακτηρίζεται «ακριβή», η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν χωρά στον υφιστάμενο προϋπολογισμό της υγείας. Πρέπει να εξετάζει και ποιες άλλες προτεραιότητες έχουν επιλεγεί και ποιες συνέπειες έχουν αυτές οι επιλογές για την υγεία και τη ζωή των πολιτών.
Η ζωή του ασθενούς δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο της διαπραγμάτευσης μεταξύ της Πολιτείας και των φαρμακευτικών εταιρειών για την τιμή και τους όρους αποζημίωσης μιας θεραπείας. Είναι ύψιστο αγαθό και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διαπραγματεύσιμο μέγεθος. Το ζητούμενο πρέπει να είναι η διαμόρφωση μιας δίκαιης και βιώσιμης τιμής, η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων και η θέσπιση όρων που θα επιτρέπουν την πρόσβαση όσων χρειάζονται τη θεραπεία.






































