Roche: Η φαρμακευτική καινοτομία είναι στρατηγική επένδυση για την υγεία και την οικονομία

Aπό αριστερά:
Joan Hoey, Europe consultant, EIU
Άδωνις Γεωργιάδης, Υπουργός Υγείας
Kavita Patel, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Roche Hellas και Πρόεδρος του Pharma Innovation Forum (PIF)
Σωτήρης Βανδώρος, Καθηγητής στο University College London και επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Harvard

Την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η φαρμακευτική καινοτομία ως στρατηγική επένδυση για την υγεία, την οικονομία και την ανταγωνιστικότητα ανέδειξαν κατά την παρουσία τους στο 30th Annual Government Roundtable του Economist ο Michael Oberreiter, Head of External Affairs International της Roche, και η Kavita Patel, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Roche Hellas για την Ελλάδα και την Κύπρο και ταυτόχρονα Πρόεδρος του PhARMA Innovation Forum (PIF).

Ο Michael Oberreiter επισήμανε τη μετατόπιση επενδύσεων και κλινικών δοκιμών από την Ευρώπη προς άλλες περιοχές του κόσμου και εστίασε στην ανάγκη εναρμόνισης των κανονιστικών διαδικασιών και ενίσχυσης των κινήτρων για Έρευνα και Ανάπτυξη. Από την πλευρά της, η Kavita Patel ανέδειξε τις πιέσεις που ασκούν στην ελληνική φαρμακευτική αγορά οι υποχρεωτικοί μηχανισμοί επιστροφής και ζήτησε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ένα βιώσιμο μοντέλο αποζημίωσης που θα επιταχύνει την πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες.

Το 30th Annual Government Roundtable του Economist με τίτλο «Progress in an Age of Upheaval | Geopolitics – Growth – Technology» πραγματοποιήθηκε από τις 8 έως τις 10 Ιουλίου στο Grand Resort Lagonissi και επικεντρώθηκε στις γεωπολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές που διαμορφώνουν το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Aπό αριστερά:
Alasdair Ross, Countries Editor του «The World Ahead 2026» του Economist
Michael Oberreiter, Head of External Affairs International της Roche

Η Ευρώπη χάνει έδαφος στις επενδύσεις

Σε συζήτησή του με τον Alasdair Ross, Countries Editor της έκδοσης «The World Ahead» του Economist, ο Michael Oberreiter αναφέρθηκε στις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται τα συστήματα υγείας εξαιτίας των δημογραφικών αλλαγών και ιδιαίτερα της γήρανσης του πληθυσμού. Συνέδεσε επίσης την ιατρική καινοτομία με την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη και τόνισε ότι «κάθε ιατρική ανακάλυψη που επιτρέπει σε έναν πολίτη να επιστρέψει στην εργασία του αποτελεί άμεση επένδυση στην οικονομική ισχύ της Ευρώπης».

Ο κ. Oberreiter επισήμανε ότι οι παγκόσμιες επενδύσεις και οι κλινικές δοκιμές μετατοπίζονται από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Σαουδική Αραβία και το Άμπου Ντάμπι. Όπως ανέφερε, οι περιοχές αυτές έχουν αναγάγει τη φαρμακοβιομηχανία και τη βιοτεχνολογία σε εθνικούς στρατηγικούς τομείς, αντίστοιχης σημασίας με την άμυνα και την υγειονομική ασφάλεια, ενώ ένα ανάλογο μακροπρόθεσμο όραμα απουσιάζει από την Ευρώπη.

Για να αντιστραφεί αυτή η τάση, ο κ. Oberreiter πρότεινε την εναρμόνιση των κανονιστικών διαδικασιών και τη διαμόρφωση μακροπρόθεσμων κινήτρων για την Έρευνα και Ανάπτυξη, με στόχο να καταστεί η Ευρώπη κορυφαίος προορισμός για τη φαρμακευτική καινοτομία. Παράλληλα, επικαλέστηκε πρόσφατη μελέτη του WifOR Institute για την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων (EFPIA) σχετικά με την κοινωνικοοικονομική αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας σε 29 ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, κάθε ευρώ πρόσθετης φαρμακευτικής δαπάνης που συνδέθηκε με τη χρήση περισσότερο καινοτόμων φαρμάκων απέδωσε κατά μέσο όρο 5,67 ευρώ σε μετρήσιμη κοινωνικοοικονομική αξία.

Michael Oberreiter, Head of External Affairs International της Roche

Ο κ. Oberreiter υπογράμμισε ότι ο περιορισμός των επενδύσεων στην ιατρική καινοτομία υπονομεύει την παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού και συνεπάγεται απώλεια οικονομικού δυναμικού αξίας δισεκατομμυρίων. Τόνισε ακόμη ότι η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η έγκαιρη πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα βελτιώνουν τόσο τα υγειονομικά όσο και τα οικονομικά αποτελέσματα.

Εστιάζοντας στην Ελλάδα, ο Michael Oberreiter σημείωσε ότι ο μέσος χρόνος που απαιτείται για την πρόσβαση σε νέες θεραπείες παραμένει μεγαλύτερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εικόνα αυτή καταγράφεται και στην έρευνα EFPIA Patients W.A.I.T. Indicator 2025, που εκπόνησε η IQVIA για την EFPIA. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, ο μέσος χρόνος από την κεντρική ευρωπαϊκή έγκριση έως τη διαθεσιμότητα ενός νέου φαρμάκου στους ασθενείς ανήλθε σε 641 ημέρες στην Ελλάδα, έναντι 597 ημερών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για να διασφαλιστεί η έγκαιρη και βιώσιμη πρόσβαση, ο κ. Oberreiter έκρινε αναγκαίο ένα σύστημα αποζημίωσης που θα αναγνωρίζει και θα επιβραβεύει τη συνολική αξία κάθε θεραπείας. Τόνισε ότι «τελικά, οι πιο υγιείς οικονομίες δεν θα είναι εκείνες που ξοδεύουν τα λιγότερα για την υγεία, αλλά εκείνες που επενδύουν σοφά».

Kavita Patel, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Roche Hellas και Πρόεδρος του Pharma Innovation Forum (PIF)

Οι πιέσεις από το clawback

Η Kavita Patel συμμετείχε στο πάνελ «Sustainable Healthcare Systems: Unlocking the Value of Innovation», μαζί με τον Υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη και τον Σωτήρη Βανδώρο, καθηγητή Οικονομικών της Υγείας στο University College London και adjunct professor στο Harvard University. Τη συζήτηση συντόνισε η Joan Hoey, Europe Consultant του EIU. Στην τοποθέτησή της, η Kavita Patel εστίασε στις προκλήσεις και τις αναπτυξιακές δυνατότητες του ελληνικού συστήματος υγείας και του βιοφαρμακευτικού κλάδου. Τόνισε ότι η καινοτομία μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός επενδύσεων και ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει ένα σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον.

Η Kavita Patel ανέδειξε ως βασικό εμπόδιο την έντονη πίεση που ασκούν οι υποχρεωτικοί μηχανισμοί επιστροφής. Όπως ανέφερε, το clawback των νοσοκομειακών φαρμάκων ξεπερνά πλέον το 80%, ενώ εκείνο των φαρμάκων που διατίθενται μέσω ΕΟΠΥΥ φθάνει το 65%. Η επικεφαλής της Roche Hellas ζήτησε τη λήψη άμεσων διαρθρωτικών μέτρων για τη δημιουργία ενός βιώσιμου μοντέλου αποζημίωσης, το οποίο θα δίνει προτεραιότητα στην ταχεία πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες. Τόνισε ακόμη ότι «το πραγματικό οικονομικό βάρος για μια χώρα δεν είναι η χρηματοδότηση της καινοτομίας στην υγεία, αλλά η αποτυχία επένδυσης σε αυτήν».

Η κ. Patel κάλεσε την Πολιτεία να αντικαταστήσει τις μονομερείς δημοσιονομικές περικοπές με ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ειδικότερα, πρότεινε ένα πλαίσιο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (HTA) με βάση την αξία, την κατάργηση του κανόνα «5/11», ο οποίος καθυστερεί την πρόσβαση των ασθενών σε σωτήρια φάρμακα, και τη διάθεση επαρκούς χρηματοδότησης που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.

 

Η Ελλάδα μπορεί να γίνει περιφερειακός κόμβος R&D

Παρά τις πιέσεις που δέχεται το σύστημα υγείας, η Kavita Patel αναγνώρισε την πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα, αναφερόμενη στην επιτάχυνση των κλινικών δοκιμών, στις πρωτοβουλίες προληπτικής φροντίδας και στην αναμενόμενη εισαγωγή ενός εκσυγχρονισμένου πλαισίου αξιολόγησης και αποζημίωσης.

Η επικεφαλής της Roche Hellas εκτίμησε ότι «με τα κατάλληλα κίνητρα, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε περιφερειακό κόμβο R&D», αναδεικνύοντας το υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό και την αναπτυσσόμενη ερευνητική υποδομή της χώρας ως βασικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Ωστόσο, συνέδεσε την προσέλκυση διεθνών επενδύσεων με τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος πραγματικά φιλικού προς την καινοτομία και έθεσε ως βασικές προϋποθέσεις την πλήρη αναγνώριση της αξίας των καινοτόμων φαρμάκων από την αγορά και τη διασφάλιση βιώσιμης πρόσβασης των ασθενών σε αυτά.

Περαιτέρω, η κ. Patel χαρακτήρισε την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία η χώρα θα αναλάβει το δεύτερο εξάμηνο του 2027, «ευκαιρία-ορόσημο» για να δοθεί προτεραιότητα στην υγεία και τη φαρμακευτική καινοτομία. Ως βασικούς στόχους έθεσε την απλοποίηση των κανονιστικών πλαισίων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των κλάδων της βιοτεχνολογίας και της παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.