Νέα καινοτόμος θεραπεία για το νεφροκυτταρικό καρκίνωμα και το σύνδρομο von Hippel-Lindau

Το σύνδρομο von Hippel-Lindau (VHL) είναι μια σπάνια γενετική διαταραχή που προκαλεί την ανάπτυξη όγκων, τόσο καλοήθων όσο και κακοήθων, σε διάφορα όργανα του σώματος. Επηρεάζει περίπου 10.000-15.000 άτομα στην Ευρώπη και σχετίζεται συχνά με όγκους στο κεντρικό νευρικό σύστημα, το πάγκρεας και τα νεφρά. Οι ασθενείς με VHL διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης νεφροκυτταρικού καρκινώματος (RCC), που είναι η πιο συχνή μορφή καρκίνου του νεφρού.

Το νεφροκυτταρικό καρκίνωμα διαγιγνώσκεται σε περισσότερους από 130.000 ανθρώπους ετησίως στην Ευρώπη, με περίπου το 30% αυτών να βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο κατά τη διάγνωση. Είναι πιο συχνό στους άνδρες και αποτελεί έναν από τους πλέον επιθετικούς τύπους καρκίνου του νεφρού.

Μια σημαντική εξέλιξη για τη θεραπεία του νεφροκυτταρικού καρκινώματος (RCC) και του σπάνιου συνδρόμου von Hippel-Lindau (VHL) σηματοδοτεί η έγκριση της δραστικής ουσίας belzutifan από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το belzutifan είναι ο πρώτος και μοναδικός από του στόματος αναστολέας του HIF-2α (Hypoxia-Inducible Factor-2 alpha) και προσφέρει νέες θεραπευτικές επιλογές για ασθενείς με τις παραπάνω παθήσεις. Η έγκριση επιτρέπει τη διάθεση του φαρμάκου στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και στην Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και τη Νορβηγία. Ωστόσο, η διαθεσιμότητα εξαρτάται από εθνικές διαδικασίες αποζημίωσης και έγκρισης.

Το καινοτόμο σκεύασμα έλαβε έγκριση από την ΕΕ ως θεραπευτική επιλογή για ασθενείς με νεφροκυτταρικό καρκίνωμα και το σύνδρομο von Hippel-Lindau, ενισχύοντας τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές για:

  • Ασθενείς με σύνδρομο von Hippel-Lindau (VHL) που εμφανίζουν νεφροκυτταρικό καρκίνωμα (RCC), αιμαγγειοβλαστώματα του κεντρικού νευρικού συστήματος (CNS) ή παγκρεατικούς νευροενδοκρινικούς όγκους (pNET) και δεν μπορούν να υποβληθούν σε τοπικές θεραπείες.
  • Ασθενείς με προχωρημένο RCC που έχουν ήδη λάβει δύο ή περισσότερες θεραπείες, περιλαμβανομένων αναστολέων PD-1/PD-L1 και VEGF.

Η έγκριση βασίστηκε σε κλινικές δοκιμές LITESPARK-004 και LITESPARK-005, οι οποίες έδειξαν σημαντικά οφέλη για τους ασθενείς.

 

Η μελέτη LITESPARK-004

Η μελέτη LITESPARK-004 ήταν μια ανοικτή, μη τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή Φάσης 2 που αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του belzutifan σε ασθενείς με σύνδρομο von Hippel-Lindau (VHL) και σχετιζόμενους όγκους. Οι ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη είχαν τουλάχιστον έναν μετρήσιμο όγκο σε νεφρό ή άλλο όργανο και δεν απαιτούσαν άμεση χειρουργική παρέμβαση.

Στη μελέτη συμμετείχαν 61 ασθενείς που έλαβαν belzutifan (120 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα) έως την πρόοδο της νόσου ή την εμφάνιση μη ανεκτών ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι πρωτεύοντες στόχοι της μελέτης περιλάμβαναν το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) σε VHL-σχετιζόμενο νεφροκυτταρικό καρκίνωμα, ενώ οι δευτερεύοντες στόχοι αφορούσαν τη διάρκεια της ανταπόκρισης, την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) και τη συνολική ασφάλεια του φαρμάκου. Περαιτέρω η μελέτη αξιολόγησε τα ποσοστά ανταπόκρισης σε άλλους κοινούς όγκους που σχετίζονται με την ασθένεια VHL, όπως οι παγκρεατικοί νευροενδοκρινικοί όγκοι (pNET) και τα αιμαγγειοβλαστώματα του κεντρικού νευρικού συστήματος (CNS). Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι:

  • 49% των ασθενών με VHL-σχετιζόμενο RCC εμφάνισαν αντικειμενική ανταπόκριση στη θεραπεία (ORR).
  • 56% των ασθενών που ανταποκρίθηκαν διατήρησαν την ανταπόκριση για τουλάχιστον 12 μήνες.
  • 63% των ασθενών με VHL-σχετιζόμενα αιμαγγειοβλαστώματα του CNS και 83% των ασθενών με VHL-σχετιζόμενους pNET παρουσίασαν ανταπόκριση στη θεραπεία.

 

Η μελέτη LITESPARK-005

Η μελέτη LITESPARK-005 ήταν μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη κλινική δοκιμή Φάσης 3 που αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του belzutifan σε σύγκριση με το everolimus σε ασθενείς με προχωρημένο νεφροκυτταρικό καρκίνωμα (RCC). Οι ασθενείς που συμμετείχαν είχαν ήδη υποβληθεί σε τουλάχιστον δύο προηγούμενες γραμμές θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων αναστολέων PD-1/PD-L1 και VEGF.

Συμμετείχαν 746 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε belzutifan (120 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα) είτε everolimus (10 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα). Οι πρωτεύοντες στόχοι της μελέτης περιλάμβαναν την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) και τη συνολική επιβίωση, ενώ οι δευτερεύοντες στόχοι περιλαμβάνουν το ORR, το DOR και την ασφάλεια. Τα αποτελέσματα της μελέτης κατέγραφαν ότι:

  • Το belzutifan μείωσε τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου ή θανάτου κατά 25% σε σύγκριση με το everolimus.
  • Η μέση επιβίωση χωρίς πρόοδο της νόσου (PFS) ήταν 5,6 μήνες για το belzutifan έναντι 5,6 μηνών για το everolimus.
  • Το ORR για το belzutifan ήταν 22%, με ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης 3% και ποσοστό μερικής ανταπόκρισης 19%.
  • Το ORR για το everolimus ήταν 4%, χωρίς ασθενείς να επιτύχουν πλήρη ανταπόκριση και με ποσοστό μερικής ανταπόκρισης 4%.